Po raz pierwszy w Warszawie grecka sztuka “Mleko” autorstwa Vassilisa Katsikonourisa

Zdjęcia ze spektaklu : Filip Błażejowski

DSC_7845DSC_7931DSC_7938Polska prapremiera greckiej sztuki współczesnej 25 czerwca 2009, 19.00

theatriko-flyerSztuka MLEKO („To gala”) autorstwa Vassilisa Katsikonourisa to jedno z najciekawszych osiągnięć współczesnej, greckiej dramaturgii.
Akcja dramatu rozgrywa się pomiędzy trzema bohaterami – Matką Riną i jej synami: młodszym Lefterisem, cierpiącym na kliniczną schizofrenię oraz starszym Antonisem, który wraz z matką próbuje ocalić brata przed ostateczną hospitalizacją.
Spektakl obrazuje kilka dni z ich życia, życia rodziny emigrantów z Gruzji, którzy po upadku imperium Związku Radzieckiego wrócili do swojej historycznej ojczyzny – do Aten, w poszukiwaniu lepszego jutra.
Inscenizacja sztuki dotyka płaszczyzny egzystencjalnej, porusza wiele aspektów związanych ze zjawiskiem emigracji – kompleks niższości, poczucie wyobcowania, tęsknota za ojczyzną. Jest próbą zobrazowania zmagań człowieka między ukrytymi lękami i nadziejami. Bohaterowie Mleka podejmują próbę pokonania swoich pragnień,  ucieczki od tkwiących w nich tęsknot i kompleksów. Ich rzeczywistość sceniczna balansuje na granicy realności i wyobrażenia, jawy i snu. To tutaj groza miesza się nieustannie z groteską.
Autor  – Vassilis Katsikonouris

Przekład i reżyseria –  Sebastian Chondrokostas

Produkcja – Teatr Kamienica

Opieka artystyczna – Emilian Kamiński

Muzyka –  Odysseas Konstantinopulos

Scenografia i kostiumy: Katarzyna Gabrat – Szymańska

Obsada:
Anna Chodakowska – aktorka Teatru Narodowego,
Matylda Damięcka,
Andrzej Andrzejewski,
Rafał Fudalej.

Patronat Honorowy          Ambasada Grecji  w Warszawie
Mecenas Spektaklu            Polbank
Patronat medialny:             POLSKIE  RADIO  Program 1.
TVP Warszawa
The Warsaw Voice
Partner Teatru:                    SPEC
 Stołeczne Przedsiębiorstwo
Energetyki Cieplnej S.A.
Patron Teatru                   POLENERGIA
Dystrybucja Sp. z o. o.
Współpraca              SIGMA International  Poland
agencja public relations
Ticket Online
Onet.pl

Zdjęcia ze spektaklu : Filip Błażejowski
DSC_7782DSC_7814DSC_7837DSC_7882DSC_7809DSC_7823DSC_7887DSC_7968

Teatr Kamienica mieści się w Al. Solidarności 93 – tuż przy Placu Bankowym w Warszawie.   Powstał w  zabytkowej kamienicy zbudowanej w 1910 roku w stylu secesji geometrycznej, która ocalała w czasie II wojny światowej. Na około 2000m2 suteren, piwnic i parteru są trzy sceny: „Scena Parter” na 100 osób widowni (premiera 11 październik 2008roku), „Scena Piwniczka” na 100 osób oraz „Scena Oficyna” na 300 osób.  Twórcą Teatru  jest Emilian Kamiński. Biuro Teatru: 022 620 12 63, Kasa: 022 624 01 99 www.teatrkamienica.pl

Vassilis KatsikonourisVassilis Katsikonouris

Sebastian Chondrokostas1Sebastian Chondrokostas – reżyser
– ur. 29.06.1976
-absolwent Filozofii Uniwersytetu Łódzkiego oraz Reżyserii Akademii Teatralnej w Warszawie
-wykształcenie dodatkowe: ukończona Szkoła Muzyczna I stopnia oraz 3 klasy II stopnia w klasie fortepianu
KARIERA ARTYSTYCZNA:
Współpraca reżyserska:
– asystent reżysera przy spektaklu Teatru Telewizji „Rysa” w reż. Krzysztofa Zaleskiego
– asystent reżysera przy spektaklu Teatru Telewizji „Bar świat” w reż. Izabelli Cywińskiej
– asystent reżysera przy spektaklu teatralnym „Projekt Gombrowicz” w reż. Jerzego Jarockiego w Teatrze Dramatycznym w Warszawie
– asystent reżysera przy produkcji II części serialu TVP „Boża podszewka” w reż. Izabelli Cywińskiej
– II reżyser przy produkcji filmu fabularnego „Kochankowie z Marony” w reż. Izabelli Cywińskiej
Reżyseria:
– reżyser spektaklu teatralnego (dyplom reżyserski) „Zatrudnimy starego clowna” w Teatrze Ateneum (nagroda FELIX WARSZAWSKI 2004-2005 za pierwszoplanową rolę męską dla Jana Kociniaka)
– reżyser 32 odcinków serialu telewizji Polsat „Pensjonat pod Różą”
– reżyser 3 odcinków serialu TVP „Kopciuszek”
– reżyser serialu telewizji Polsat „Tylko miłość” – odcinki 4-11, 17-20
– reżyser serialu TVP „Codzienna 2m3” – odcinki 43-71

Read Also    “MLEKO” = “To Gala” w Grecji

ΑΚΟΛΟΥΘΕΙ ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΚΕΙΜΕΝΟ

Βασίλης Κατσικονούρης

Ο Βασίλης Κατσικονούρης εμφανίζεται ως θεατρικός συγγραφέας το 1999 με το έργο του Λεπτή Γραμμή (θέατρο Σταθμός – ομάδα Κουΐντα). Το 2001, το Εντελώς αναξιοπρεπές, πρώτο του έργο γραμμένο το 1990-92, βραβεύεται στο διεθνή διαγωνισμό του Ιδρύματος Ωνάση. Το 2002, πάλι η ομάδα «Κουΐντα», ανεβάζει το έργο του Μπάμπουσκα, ενώ τον επόμενο χρόνο η ομάδα «Ποιοι, εμείς;» παρουσιάζουν την κωμωδία του Καλή Τύχη στον Άδειο Χώρο του Εθνικού Θεάτρου. Το 2004 είναι σημαντική χρονιά για την ανάδειξη του έργου του Β. Κατσικονούρη, καθώς αρχίζει η συνεργασία του με καθιερωμένες θεατρικές σκηνές. Δύο έργα του βραβευμένα, το Εντελώς Αναξιοπρεπές και το Καλιφόρνια ντρίμιν (Α΄ Κρατικό βραβείο θεατρικού έργου 2002), παρουσιάζονται αντίστοιχα στο θέατρο «Στοά» του Θανάση Παπαγεωργίου (Σκηνοθ. Γιάννη Αναστασάκη) και στην Πειραματική Σκηνή του Εθνικού Θεάτρου (Σκηνοθ. Τάκη Τζαμαργιά) με αξιοσημείωτη επιτυχία. Το 2005, το άπαιχτο ακόμα έργο του Η Φανέλλα αποσπά το Γ΄ Κρατικό βραβείο θεατρικού έργου. Την περίοδο 2005-06, παρουσιάζεται Το Γάλα στο Εθνικό Θέατρο (Σκηνοθ. Νίκου Μαστοράκη, παράσταση που λόγω της επιτυχίας της συνεχίστηκε και στην επόμενη περίοδο, 2006-07. Τον Ιούνιο του 2006 η παράσταση συμμετείχε στο Διεθνές Φεστιβάλ Του Βισμπάντεν (Φρανκφούρτη) στη Γερμανία. Την τρέχουσα περίοδο το έργο συνεχίζει την πορεία του σε νέα παράσταση στο Θέατρο Βασιλάκου σε παραγωγή και σκηνοθεσία της Άννας Βαγενά, με αμείωτη επιτυχία για τρίτη χρονιά.
Vassilis KatsikonourisΤα πρώιμα έργα του Β. Κατσικονούρη κινούνται στο χώρο του υπερρεαλιστικού, με εμφανείς συμβολιστικές αναγωγές, και αντίστοιχα τα θεατρικά πρόσωπα, ως φορείς συμβόλων, θυσιάζουν κάτι από την αυθεντικότητα και αληθοφάνειά τους. Στην πορεία, μια πορεία που τείνει όλο και εγγύτερα στο ρεαλισμό, χωρίς γι` αυτό να υπολείπεται σε ποιητικά «πετάγματα», τα πρόσωπα υπερβαίνουν, χωρίς ωστόσο να απεκδύονται, τη συμβολική τους διάσταση, γίνονται περισσότερο αληθινά, οικεία, αυτόνομα, και ως εκ τούτου περισσότερο ευθύβολα. Όλα τα έργα πάντως, δείχνουν να εστιάζουν σε μία κοινή θεματολογία, με συγκεκριμένα μοτίβα που επανέρχονται, και όλα τα πρόσωπα καθορίζονται και υποστασιάζονται από μια βαθιά υπαρκτική αγωνία, μια λαχτάρα –εκπεφρασμένη ή όχι- να ζήσουν αληθινά, σπάζοντας τα ασφυκτικά πλαίσια μιας εικονικής-μηχανικής ζωής που συνήθως τους προτείνεται ως καταπραϋντικό αυτής της λαχτάρας. Η πραγμάτωση αυτή της ζωής σχεδόν πάντα συνδέεται άρρηκτα με τη λειτουργία της Μνήμης, η απονέκρωση της οποίας, είτε από εξωγενείς παράγοντες  είτε λόγω της ενδοτικότητας των ίδιων των προσώπων, δημιουργεί πλάσματα που απλώς επιβιώνουν κατά συνθήκην, με βαριές εσωτερικές απώλειες.
Αυτό το βαθύτατα ανθρώπινο αίτημα για αυτοπραγμάτωση, για την όντως Ουσία της Ζωής, που συχνότατα συγκρούεται με μια άλλη εξίσου ανθρώπινη τάση προς τη μηχανικότητα, φαίνεται να αποτελεί ένα είδος κεντρομόλου δύναμης, που έλκει φαινομενικά ασύμβατες μεταξύ τους θεματικές σε ένα κοινό κέντρο βάρους. Η ιδιαιτερότητα κάθε έργου έγκειται στο είδος και βέβαια στην έκβαση της σύγκρουσης, στον τρόπο δηλαδή που τη βιώνει και τη χειρίζεται το πρόσωπο, και στο αν εντέλει θα κατορθώσει να αληθεύσει ως τέτοιο ή θα συντριβεί.

Το Γάλα: Πατρίδα και Μνήμη (ή η Πατρίδα ως Μνήμη)
Πατρίδα και Αγάπη (ή η Αγάπη ως Πατρίδα)

Η Ρήνα με τα δυο της παιδιά, τον Αντώνη και το Λευτέρη, παλιννοστούντες -μετανάστες; πρόσφυγες;- από την Τιφλίδα της Γεωργίας, «επαναπατρίζονται» και εγκαθίστανται στην Αθήνα, όπου ξεκινάει ο αγώνας για επιβίωση και ένταξη. Ένας αγώνας που για άλλους είναι λυσσαλέα ανάγκη ζωής και για άλλους ειρκτή. Ο Αντώνης, ο μεγάλος γιος, θέλει να προχωρήσει, να ζήσει, όποιο τίμημα κι αν προϋποθέτει αυτό, ο,τιδήποτε κι αν πρέπει ν` αφήσει πίσω του: γλώσσα, οικογένεια, έρωτες, παιδικές μνήμες. Ο μικρός Λευτέρης, στο μεταίχμιο μεταξύ εφηβείας και ενηλικίωσης, παιδί που αντικειμενικά θα ταξινομούσε κανείς στις «προβληματικές περιπτώσεις», δυσπροσάρμοστο και με αρχές σχιζοφρένειας, αρνείται πεισματικά να ενταχθεί, αρνείται ν` αλλάξει πατρίδα. Η μάνα, η Ρήνα, βαθιά ταπεινό και πονεμένο πλάσμα, είναι ταγμένη να αγαπά και να θάλπει, η αγάπη της όμως φαίνεται να μην επαρκεί για να εξισορροπήσει αυτές τις τραγικά αντίρροπες δυνάμεις. Καταλυτικό ρόλο στην πορεία των πραγμάτων θα παίξει το τέταρτο πρόσωπο, η Νατάσσα, Ελληνίδα αρραβωνιαστικιά του Αντώνη και κόρη του αφεντικού του, που μοιάζει να είναι η μεγάλη του ευκαιρία για να διαφύγει από την αθλιότητα του μέτοικου και να ανήκει επιτέλους κάπου όπου θα είναι αποδεκτός και σεβαστός.
Το Γάλα πραγματεύεται με ιδιαίτερη οξυδέρκεια και διεισδυτικότητα τις έννοιες του «νόστου» και της «πατρίδας», υπερβαίνοντας τα στερεότυπα και επαναπροσδιορίζοντάς τες. Για το Λευτέρη, μόνη πατρίδα είναι η παιδική του καρδιά, το μακάριο παρόν του παιδιού που υπήρξε και που εξακολουθεί να είναι, και μόνος νόστος η καταφυγή στη θαλπωρή του μητρικού στήθους, ως υποκατάστατο της αγάπης που λαχταράει. Πατρίδα είναι κι αυτό που δεν μπορεί και δε θέλει να λησμονήσει, πατρίδα κι αυτό που έγινε «και δεν ξαναγίνεται», όπως σκληρά του επισημαίνει ο Αντώνης, αλλά που μπορεί να ξαναγίνει αν αγαπιέσαι, διαφορετικά χωρίς αγάπη είσαι παντού ξένος.
«Δεν ξαναγίνονται λοιπόν τα πράγματα», δεν ξαναγίνονται κι οι πατρίδες. Σε μια πρώτη ματιά, ο Αντώνης μοιάζει άπατρις, ένας κυνικός που κοιτάζει μόνο μπροστά, και ξέρει να προσαρμόζεται και να ευδοκιμεί σε κάθε καιρό, εκχωρώντας όσο χρειάζεται από τον κλήρο της μνήμης που του αναλογεί, προκειμένου να ενταχθεί στη νέα πραγματικότητα που καθόλου δεν του αναλογεί, αλλά θα πρέπει να την κερδίσει. Θυσιάζει λοιπόν την αληθινή του πατρίδα σκοτώνοντας την παιδική του μνήμη, προκειμένου να κερδίσει μια νέα, που δεν είναι ακριβώς πατρίδα, αλλά μάλλον ένα «σπίτι» με την έννοια του home, έτσι όπως στα αγγλικά ταυτίζεται η έννοια της πατρίδας με εκείνη της σπιτίσιας ασφάλειας και αποδοχής. Στην πραγματικότητα, σε όλη την πορεία του έργου, ο Αντώνης είναι το μόνο εξωτερικά δρων πρόσωπο που πυροδοτεί την πλοκή, και όλες οι κινήσεις και αποφάσεις του κατατείνουν σταθερά στην εξαγορά ενός ευοίωνου μέλλοντος με τίμημα ένα αλγεινό παρελθόν. Ωστόσο, η οικογενειακή ευτυχία και η άνετη ζωή που του υπόσχεται η καινούργια πατρίδα, μοιάζουν με τα ψυχοτρόπα φάρμακα που επιβάλλουν οι «κοινωνικοί λειτουργοί» στο Λευτέρη, για να του γιατρέψουν τη νοσταλγία. Η μόνη διαφορά είναι ότι ο Λευτέρης αρνείται να τα πάρει, επιμένοντας να ζει την οδύνη της μνήμης, ενώ ο Αντώνης πασχίζει από μόνος του να ξεφορτωθεί τη μνήμη του σαν περιττό βάρος.
Το φινάλε του έργου, όπου ο Αντώνης ξαναβρίσκει – στιγμιαία ή οριστικά; κανείς δεν ξέρει – την πατρίδα και τη γλώσσα του, καταδεικνύει με σπαρακτικό τρόπο ότι η μνήμη δεν ακυρώνεται, τουλάχιστον όχι για πάντα, κι ότι η καρδιά μόνο ξέρει ποια είναι η αληθινή της πατρίδα και πού θα τη βρει.
Σε οντολογικό επίπεδο, τα πρόσωπα στο Γάλα καλούνται να αναμετρηθούν με το ίδιο πανάρχαιο δίλημμα που «στοιχειώνει» όλα τα έργα του Β. Κατσικονούρη: Ζωή αληθινή – που προϋποθέτει οδύνη και θυσία – ή επιβίωση σε ένα δοτό παράδεισο; Είναι η ίδια – επίσης πανάρχαια – σύγκρουση ανάμεσα στο έχειν και στο είναι. Ο Αντώνης, ο μόνος μέσα στο έργο που έχει επιλογή και γι` αυτό το μόνο γνήσια τραγικό πρόσωπο, πρέπει να διαλέξει ανάμεσα στις απλές χαρές που δίνει μια “κανονική” ζωή, με οικογένεια, παιδιά, οικονομική άνεση και αποδοχή από τον κοινωνικό περίγυρο, και στο βάρος της θυσίας και του χρέους. Είναι κι αυτός ένα πλάσμα βαθιά πονεμένο, μόνο που η οδύνη του δεν μπόρεσε να τον συντρίψει, όπως το Λευτέρη, ούτε όμως ο ίδιος μπόρεσε να μετατρέψει την οδύνη αυτή σε αγάπη, όπως η Ρήνα: αντίθετα, την απώθησε βαθιά, και τη στερεοποίησε σε οργή και μια σκληρότητα που εξωτερικά μοιάζει με αναλγησία, σ` ένα πείσμα να αφήσει οριστικά πίσω του ό,τι από το παρελθόν την αναμοχλεύει και να παρακάμψει ό,τι από το παρόν τη συντηρεί. Ανάμεσα στα πρόσωπα του έργου είναι εκείνος που περισσότερο λαχταρά να ζήσει, αλλά ο πετρωμένος μέσα του πόνος δεν επιτρέπει καμιά συναισθηματική ιεράρχηση, καμιά παραχώρηση της καρδιάς και καμιά περιχώρηση του άλλου. Είναι ο πόνος και η αγωνία όχι του ζώου για επιβίωση, αλλά του απελπισμένου ανθρώπου που διεκδικεί χώρο για να ζήσει όλα όσα έχει στερηθεί, του μοναχικού ανθρώπου που πασχίζει να οικειωθεί έναν τόπο άξενο και εχθρικό. Κι όμως, ο Αντώνης δε θα καταφέρει τελικά να ζήσει αληθινά, γιατί δεν μπορεί να αντέξει την οδύνη που αυτό προϋποθέτει. Τελικά δηλαδή θα επικρατήσει η δύναμη της αυτοσυντήρησης, αλλά όχι χωρίς απώλειες: Δε θα κατορθώσει να ακυρώσει τη μνήμη του· η σπαρακτική επίκληση – προσευχή του φινάλε το επιβεβαιώνει. Και η λειτουργία της μνήμης εδώ είναι, όπως και η ζωή, απόλυτα συναρτημένη με την οδύνη, η οποία προδιαγράφεται ως η τελική αναπόδραστη επιλογή. Ο Αντώνης, μέσα στην τεράστια εσωτερική του σύγκρουση και παρά την απεγνωσμένη του προσπάθεια για ένα εκ νέου ξεκίνημα, μια οιονεί “αναγέννηση”, όπου ο πόνος δε θα έχει πια θέση, είναι καταδικασμένος να “ζει” και να θυμάται. Στην περίπτωσή του, η μνήμη έχει επανέλθει, ραγίζοντας οριστικά το όνειρό του.
Από την άλλη πλευρά, ο Λευτέρης βρίσκεται εγγύτερα σ` αυτό που θα λέγαμε “αληθινή ζωή”, μέσα στην πείσμονα άρνησή του να ξεχάσει, να ενταχθεί και να ζήσει “φυσιολογικά”. Βέβαια η εμμονή αυτή εμπλέκεται με τη “διαταραχή” του, και την εκ των πραγμάτων αδυναμία του να φύγει από την παιδική μακαριότητα και από μια οριστικά χαμένη πατρίδα και να ενηλικιωθεί σε μια καινούργια, δεν μπορεί λοιπόν να θεωρηθεί αποτέλεσμα ελεύθερης, πρωτόβουλης επιλογής. Μέσα σ` αυτό όμως το προσωπικό του σύμπαν που συντίθεται από σπαράγματα μνήμης, νοσταλγία και φαντάσματα, βιώνει μια αλήθεια αδιαμφισβήτητη και αδιαπραγμάτευτη. Δεν αρνείται να ζήσει, αρνείται να επιβιώσει, και μέσα στην “απόκλισή” του είναι απόλυτα συνεπής σ` αυτό και απόλυτα αληθινός. Αφού δεν μπορεί να ξαναζήσει αυτό που ποθεί και εκεί που ποθεί, αυτοκαταστρέφεται λίγο λίγο, σχεδόν συνειδητά. Δεν τίθεται θέμα επιλογής γι` αυτόν, ο κύβος έχει ριφθεί, και το ερώτημα για μια ακόμα φορά απαντηθεί: Καλύτερα να μην  έ χ ε ι  κανείς τίποτα, προκειμένου να   ε ί ν α ι  κάτι. Κι αυτό το είναι υφαίνεται με πρώτη ύλη τη μνήμη: Αυτή που πεισματικά απαρνιέται ο Αντώνης κι αυτή που τελικά ροκανίζει το «ελληνικό» του όνειρο.

Κατερίνα Θεοδωράτου
Θεατρολόγος

theatergoer

Κ Ρ Ι Τ Ι Κ Η ΘΕΑΤΡΟΥ / THEATRE R E V I E W

Τρίτη, Νοεμβρίου 21, 2006

ΤΟ ΓΑΛΑ

«Το γάλα» του Βασίλη Κατσικονούρη από τη Νέα Σκηνή του Εθνικού Θεάτρου στο Θέατρο Χώρα 8 στα 10 (20/10/2006)

Η υπερβατική σκηνοθεσία του Νίκου Μαστοράκη λύτρωσε το όλον από τα όρια ενός «τυπικού» δράματος αναγνωρίζοντας την τραγική διάσταση του κοινωνικού έργου του Βασίλη Κατσικονούρη. Κίνησε τους τέσσερις ήρωες σε δύο επίπεδα. Επάνω στο θεατρικό σανίδι, στέρεα τους «υγιείς» (Αντώνης, Νατάσα, μέλλουσα γυναίκα του) και πάνω σε τραπέζια τους ανένταχτους, τους διαφορετικούς (Λευτέρης, Ρήνα). Ένα έξοχο εύρημα, το οποίο μιλούσε εύγλωττα για δύο κόσμους, δύο μέτρα, δύο σταθμά υπονοώντας συνάμα και μια υπερρεαλιστική προέκταση πέρα από τη ρεαλιστική αντιμετώπιση του όλου. Σημαντική εν προκειμένω και η συμβολή της όψης, με την απαγορευτική για κάθε αστό, εφιαλτική σκηνογραφία της Εύας Μανιδάκη και τους καταθλιπτικούς, σκούρους φωτισμούς της Κατερίνας Μαραγκουδάκη, βαριά σκιά και για την πιο αισιόδοξη ψυχοσύνθεση. Οι ηθοποιοί στήριξαν το έργο μέσα από την «ψυχρή» σκηνοθετική ματιά δίνοντας το καλύτερο των δυνατοτήτων τους με προεξάρχουσα τη Μάνια Παπαδημητρίου στο ρόλο της μάνας (Ρήνα), αποφεύγοντας τους πάμπολλους σκοπέλους που ελλόχευαν από την αρχή ως το τέλος λόγω της υφολογικής ιδιαιτερότητας της ηρωίδας. Προσέξτε την ερμηνεία του Πέτρου Λαγούτη στο ρόλο του Αντώνη, του άρτι ενταγμένου στη νέα τάξη πραγμάτων, στη νέα χώρα, στο νέο, δυτικό σύστημα (φευ…!). Δωρική με μια λέξη. Πολύτιμη και απολύτως προφυλαγμένη από στερεοτυπικά μελό του συρμού, συμπληρώνω αναπόφευκτα. Ο Κωνσταντίνος Παπαχρόνης ως φρενοβλαβής Λευτέρης έπαιξε συγκρατημένα κερδίζοντας την επιθυμητή ισορροπία μεταξύ άλογων και μη στιγμών. Οπωσδήποτε ο πλέον αβανταδόρικος ρόλος του έργου, με την ανάλογη, ειδική «ανταμοιβή» της πλατείας. Καλή και η παρουσία της Μαρίας Παπαστεφανάκη (Νατάσα), αντιπροσωπευτική μιας ολόκληρης γενιάς. Παρατραβηγμένο σκηνοθετικά, ωστόσο, το σημείο του «βιασμού»(;) της· έτσι τουλάχιστον αποδόθηκε επί σκηνής. Κάποιες θολές θέσεις του συγγραφέα συνομιλούν απευθείας με τον Δαρβίνο και τις ανατριχιαστικές, φοβάμαι, ιδέες του. Αν έλειπαν, όλα θα ήσαν καλύτερα! 2006 γαρ…

Posted by ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΦΟΙΝΙΤΣΗΣ at 23

27.11.07

«Το Γάλα» στο θέατρο Μεταξουργείο

the-milkΤην Παρασκευή πήγα μαζί με το Δύνη και είδαμε “Το Γάλα” του Βασίλη Κατσικονούρη στο θέατρο Μεταξουργείο, σκέφτηκα λοιπόν να σας γράψω δυο λόγια για αυτό. Είναι το πρώτο κείμενο που γράφω στη ζωή μου ως «κριτική» για θεατρική παράσταση, οπότε ζητώ την κατανόησή σας.
To GALA VAGENA1Είναι κρίμα να σας παρουσιάσω την υπόθεση του έργου με λεπτομέρειες, καθώς περιέχει πολλές ανατροπές και ορισμένες σκηνές εξαιρετικής έντασης, που θα χάσουν κατά πολύ αν τις γνωρίζετε. Αυτό που θα δείτε πάντως από την πρώτη σκηνή είναι μια οικογένεια μεταναστών με ελληνική καταγωγή από την Τιφλίδα, τη μητέρα Ρίνα (Άννα Βαγενά) που ζει μαζί με το σχιζοφρενή γιο της Λευτέρη (Αλέξανδρος Μπαλαμιώτης) σε ένα μικρό διαμέρισμα στην Αθήνα. Ο άλλος γιος, ο Αντώνης (Στέφανος Κοσμίδης), τους συντηρεί δουλεύοντας σε ένα βενζινάδικο στη Λάρισα και είναι έτοιμος να παντρευτεί την Ελληνίδα κόρη του αφεντικού του, Νατάσα (Ανθή Κόκκινου).
Ως λίγο πολύ επαρχιώτης (έχοντας μείνει Καλαμάτα και Θεσσαλονίκη) δεν είχα δει κανέναν από τους ηθοποιούς αυτούς στο θέατρο. Τολμώ να πω ότι με εντυπωσίασαν, ιδίως ο Στέφανος Κοσμίδης (θα τον θυμάστε ίσως από τον Εραστή Δυτικών Προαστίων, έπαιζε τον κολλητό του Γεωργούλη), που είχε τον πιο «επίπεδο» ρόλο, του ανθρώπου που τα κλείνει όλα μέσα του και δεν εκφράζει κανένα συναίσθημα. Πρωταγωνιστεί στις δύο τελευταίες σκηνές του έργου, με έναν τρόπο που με έκανε να σκεφτώ ήσυχες εκρήξεις ηφαιστείου. Η Άννα Βαγενά σκηνοθέτησε με πολλή προσοχή και μεράκι το έργο, αν και η ερμηνεία της ήταν κάπως έντονη, φλερτάροντας ορισμένες φορές με την υπερβολή, για το δικό μου γούστο πάντα. Τα σκηνικά ήταν λιτά αλλά ποιητικά και ταίριαζαν απόλυτα με το έργο.
Αυτό που δεν μου άρεσε όμως ήταν το κείμενο, με την έννοια ότι το βρήκα πολύ ενδιαφέρον αλλά και μελοδραματικό. Χωρίς να θέλω να παρεξηγηθώ, η μόνη συμφορά που δεν πέφτει πάνω στην οικογένεια είναι μάλλον ο καρκίνος, καθώς όλα τα υπόλοιπα (φτώχεια, εξαρτήσεις, σεξουαλική κακοποίηση, παραμέληση από γονείς, στοιχεία αιμομειξίας, απώλεια ταυτότητας, ψυχική ασθένεια κ.α.) είναι ή ήταν εκεί για να τους βασανίσουν. Με ένα τόσο βαρύ συναισθηματικά κείμενο ως βάση, η σκηνοθεσία της Βαγενά δεν επιλέγει να χαμηλώσει την ένταση, αλλά μάλλον να την παρουσιάσει όπως έχει, και δεν μπορεί να κατηγορηθεί για αυτό. Κάτι ακόμα που βρήκα λίγο ιδιότυπο στην παράσταση ήταν ότι οι ήρωες θα μπορούσαν να έχουν έρθει από το Σουφλί και όχι από την Τιφλίδα. Δεν ξέρω πώς «μιλούσαν» οι ήρωες στο αρχικό κείμενο, δεν υπήρχε όμως στην παράσταση κάποιο στοιχείο ξενικής προφοράς (η Βαγένα μάλιστα μιλούσε απροσδόκητα με έναν τρόπο που θύμιζε ηπειρώτικο ιδίωμα), ούτε και πολιτισμικά στοιχεία τα οποία παροντικά να παραπέμπουν στη μεικτή ταυτότητα των ηρώων, πέρα από τις σκόρπιες αφηγήσεις της μητέρας και του σχιζοφρενή γιου για τη ζωή στην Τιφλίδα, λίγες λέξεις στα ρώσικα και κάτι πιτάκια που έτρωγαν στην αρχή οι ήρωες. Αν το έργο έβαζε ένα ρεαλιστικό στοίχημα για τον εαυτό του, εδώ φοβάμαι πως το έχανε ξεκάθαρα.
Συζητώντας με το Δύνη καταλήξαμε στο ότι το θέμα του έργου μάλλον δεν ήταν η κοινωνική καταγγελία, (αν και εύκολα μπορεί να ερμηνευθεί και έτσι η παράσταση), όσο η παιδική ηλικία και η πατρίδα ως απωλεσθέντες παράδεισοι. Το «Γάλα» σίγουρα ανοίγει τη συζήτηση αποτελεσματικά, τουλάχιστον αν κρίνω από τους δυο μας, που περάσαμε μία περίπου ώρα κουβεντιάζοντας τι είδαμε και τις μας έκανε να σκεφτούμε. Προσωπικά όμως το μόνο μέρος της παράστασης που με συγκίνησε πραγματικά, ήταν οι δύο τελευταίες σκηνές με το Στέφανο Κοσμίδη, ακριβώς επειδή έβλεπα έναν άνθρωπο που μου έμοιαζε πραγματικός, να πονάει και να συγκρούεται με τον εαυτό του και τη σκληρή πραγματικότητα. Όλο το υπόλοιπο έργο μου έφερε δυστυχώς την αποστασιοποίηση που μου προκαλούν πάντα τα μελοδράματα, παρακολουθούσα, καταλάβαινα, τεντωνόμουν, αλλά δε συγκινούμουν τελικά. Όπως και να ‘χει πάντως, πιστεύω πως αξίζει να το δείτε. [Πληροφορίες για την παράσταση μπορείτε να βρείτε εδώ.]