Η κομμουνιστική Πολωνία με τα μάτια του Κισλόφσκι

Ο Κριστόφ Κισλόφσκι είναι διάσημος δημιουργός. Κι όμως, υπάρχουν πτυχές του έργου του που δεν απολαμβάνουν τη δημοτικότητα γνωστών ταινιών του, όπως της «Διπλής ζωής της Βερόνικα». Ο Πολωνός σκηνοθέτης πειραματίστηκε και με τα όρια του ντοκιμαντέρ.
Στον «Χτίστη» (1973), ο Κριστόφ Κισλόφσκι καταγράφει την πορεία ενός ανθρώπου που εγκαταλείπει την πολιτική του… καριέρα Σε αυτή την πλευρά του επικεντρώνεται μεγάλο αφιέρωμα στο 12ο Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης – Εικόνες του 21ου Αιώνα» (12-21 Μαρτίου). Ανάλογο αφιέρωμα οργανώνεται και για έναν από τους πατέρες του ντοκιμαντέρ, τον Ολλανδό Γιόρις Ιβενς.
Το αφηγηματικά λιτό, άμεσο και συχνά σκληρό κινηματογραφικό στίγμα του Κισλόφσκι αποτυπώνεται και στα ντοκιμαντέρ του. Στο «Ημουν ένας στρατιώτης» (1970) απομυθοποίησε την ηρωική εικόνα των στρατιωτών, που ήταν συνυφασμένη με την προπαγάνδα της χώρας του. Την κομμουνιστική Πολωνία καυτηρίασε και στο «Εργοστάσιο» (1970).
Το «Πριν από το ράλι» (1971) είναι μια αλληγορία για τα βιομηχανικά και οικονομικά προβλήματα της Πολωνίας. Μέχρι και με τη γραφειοκρατία των κηδειών τα έβαλε στην «Επωδό» (1972).
Στο «Χτίστη» (1973) παρακολουθεί έναν άνθρωπο που εγκαταλείπει την κομματική του καριέρα, αποφεύγοντας να ταυτιστεί με το σύστημα. Στο «Νοσοκομείο» (1977) έβαλε σε ένα χειρουργικό τραπέζι… ολόκληρο το σύστημα υγείας, καταγράφοντας τη βάρδια 31 ωρών μιας ομάδας ορθοπεδικών χειρουργών. Το τηλεοπτικό του ντοκιμαντέρ «Εργάτες ’71» (1972), όπου μια παρέα εργατών αναλύουν τους λόγους της μαζικής απεργίας του 1970, λογοκρίθηκε. Ο Κισλόφσκι στράφηκε στο σινεμά μυθοπλασίας για να εξασφαλίσει καλλιτεχνική ελευθερία.
Το αφιέρωμα στον Γιόρις Ιβενς περιλαμβάνει 20 ντοκιμαντέρ. Γεννημένος το 1898 στην Ολλανδία, ο πολυταξιδεμένος σκηνοθέτης γύρισε 80 ταινίες σε περισσότερες από 20 χώρες, δίνοντας φωνή σε εκατομμύρια ανώνυμους εργάτες, αγρότες, στρατιώτες και αγωνιστές. Συνεργάστηκε και με θρυλικούς καλλιτέχνες, όπως Ερνεστ Χέμινγουεϊ, Μπέρτολτ Μπρεχτ, Ντμίτρι Σοστακόβιτς, Ρόμπερτ Κάπα, Τζον Γκρίερσον.
«Η γέφυρα» (1928), κινηματογραφική προσέγγιση της μεγάλης σιδερένιας γέφυρας στο Ρότερνταμ και «Η βροχή» (1929), ωδή σε μια νεροποντή στους δρόμους του Αμστερνταμ, τον κατέταξαν ανάμεσα στους σπουδαιότερους avant-garde κινηματογραφιστές της δεκαετίας του ’20. Από το «Borinage» (1934) κι έπειτα στράφηκε σε ιστορικές πολιτικές συγκυρίες, πολέμους, απεργίες, εξεγέρσεις και εθνικοαπελευθερωτικούς αγώνες.
Στο «The Spanish earth» (1937) κινηματογράφησε τον ισπανικό εμφύλιο ενώ με το «The four hundred million» (1939) πήρε θέση υπέρ των Κινέζων στον κινεζοϊαπωνικό πόλεμο. Στην Κίνα επέστρεψε κατά τη διάρκεια της πολιτιστικής επανάστασης κινηματογραφώντας το μνημειώδες 12ωρης διάρκειας «How Yukong moved the mountains» (1976). Δεν δίστασε να στραφεί ενάντια στην αποικιοκρατική πολιτική της χώρας του στο «Indonesia calling!» (1946). Το κύκνειο άσμα του «Α tale of the wind» (1988) τού χάρισε Χρυσό Λιοντάρι στο Φεστιβάλ Βενετίας, λίγο πριν από τον θάνατό του στο Παρίσι το 1989.
(Πηγή: Ελευθεροτυπία)