“Λεωφορείον ο Πόθος” σε σκηνοθεσία Κριστόφ Βαρλικόφσκι στην Αθήνα

Τον Κριστόφ Βαρλικόφσκι τον γνωρίσαμε το 2008 όταν πήρε στη Θεσσαλονίκη το βραβείο «Νέες Θεατρικές Πραγματικότητες» (στη 2η διοργάνωση των Ευρωπαϊκών Βραβείων Θεάτρου) και παρουσίασε το «Καθαροί πια» της Σάρα Κέιν.
Ακολούθησε λίγους μήνες μετά η, ενταγμένη στο Φεστιβάλ Αθηνών, παράστασή του με το «Krum» του Χ. Λεβίν. Ξέραμε όμως ήδη ότι η Ευρώπη κατατάσσει τον Πολωνό σκηνοθέτη στις ισχυρές, ελπιδοφόρες και πρωτοποριακές δυνάμεις του θέατρου της.
Οσο τον περιμένουμε ξανά φέτος τον Ιούλιο (2-5) στην «Πειραιώς 260», με την πολυσυζητημένη εκδοχή του για το «Λεωφορείον ο Πόθος» του Τ. Ουίλιαμς, με Μπλανς την Ιζαμπέλ Ιπέρ, επιβεβαιώνουμε μέσω του γαλλικού Τύπου και τη «δίδυμη» ιδιότητα ενός διακεκριμένου σκηνοθέτη του λυρικού θέατρου.
Στο Theatre de la Monnaie των Βρυξελλών παρουσιάζεται μέχρι τις 30 του μηνός ο «Μάκβεθ» του Βέρντι, σε δική του σκηνοθεσία, με τον Αμερικανό βαρύτονο Σκοτ Χέντριξ να αναμετράται για πρώτη φορά με τον ρόλο του σεξπιρικού ήρωα, Λαίδη Μάκβεθ τη Γεωργιανή σοπράνο Ιάνο Ταμάρ σε εναλλάξ διανομή με την Αμερικανοολλανδέζα Λίζα Ούμπεν και αρχιμουσικό τον Πολ Ντανιέλ. Και στην παρισινή Οπερα μόλις ολοκλήρωσε τον κύκλο της η, επίσης δικής του σκηνοθεσίας, όπερα του Βάγκνερ «Πάρσιφαλ».
Είναι τα πιο πρόσφατα λυρικά εγχειρήματα του 48χρονου σκηνοθέτη που καταμετρά πολλές συνεργασίες με την Οπερα της Βαρσοβίας («Ντον Κάρλος» του Βέρντι, «Ο Αδαής κι ο τρελός» του Πολωνού συνθέτη Πάουελ Μικιέτιν, «Βασιλιάς Ιμπί» του Πεντερέτσκι, «Βόιτσεκ» του Μπεργκ), με την Οπερα των Παρισίων («Ιφιγένεια εν Ταύροις» του Γκλουκ, «Υπόθεση Μακρόπουλος» του Γιάνατσεκ και «Πάρσιφαλ» του Βάγκνερ), με τη Staatsoper του Μονάχου («Ευγένιος Ονιέγκιν» του Τσαϊκόφσκι) και με το Τεάτρο Ρεάλ της Μαδρίτης («Υπόθεση Μακρόπουλος»). Αλλά και στο Monnaie έχει προηγηθεί η εμβληματική του σκηνοθεσία για τη «Μήδεια» του Κερουμπίνι το 2008, όταν ήδη οι προτάσεις του για τα έργα του Γκλουκ και του Τσαϊκόφσκι στο Παρίσι και το Μόναχο είχαν συμβάλει ώστε στη φήμη του σπουδαίου θεατρικού σκηνοθέτη να προστεθεί κι αυτή ενός από τους πιο καίριους κι ενδιαφέροντες σκηνοθέτες του λυρικού θεάτρου.
Η ρηξικέλευθη γραφή του Βαρλικόφσκι είναι ευδιάκριτη κι εδώ. Το ίδιο και οι αναγνωρίσιμες «εμμονές» του, όπως τουλάχιστον φαίνεται κι από το δημοσίευμα της «Monde» για τον «Μάκβεθ». «Στις Βρυξέλλες, ο Βαρλικόφσκι», διαβεβαιώνει η εφημερίδα, «συνεχίζει να καλλιεργεί με χαρά ό,τι του καταλογίζουν: αφθονία εικόνων κινηματογραφημένων με αμεσότητα και κινηματογραφικών αναφορών που προβάλλονται σε βιντεο-οθόνες στο βάθος της σκηνής. Τραβεστί. Ημίγυμνοι ηθοποιοί. Αντισυμβατικά για την εποχή που διαδραματίζεται η ιστορία κοστούμια με στοιχεία αρτ ντεκό. Λαβαμπό, ένα φετίχ του Πολωνού…». Σ’ ένα λαβαμπό, που παραπέμπει σε ένα είδος βωμού, πλένει τα αιματοβαμμένα χέρια του ο Μάκβεθ.
Κι άλλες καινοτομίες επιφυλάσσει η ματιά του Πολωνού. Το δάσος στο οποίο ο Μάκβεθ συναντά τις μάγισσες γίνεται ένα ψυχρό νοσοκομείο με τοίχους καλυμμένους από τεράστιες οθόνες. Αναλόγως συμβολικές είναι η έναρξη και η λήξη της παράστασης. Προτού ακόμα να σηκωθεί η αυλαία κάποιος ακούγεται να διαβάζει την πραγματική επιστολή που είχε στείλει στη γυναίκα του ένας στρατιώτης στο Βιετνάμ. Η ίδια επιστολή ξανακούγεται στη διάρκεια της όπερας, όσο τα έγχορδα παίζουν σαν ξεκούρδιστα, λίγο προτού η Λαίδη Μάκβεθ πει την πρώτη της λέξη.
Αντίστοιχα η τελευταία πράξη, χαρακτηριστική «του Βαρλικόφσκι, ποιητή της τέχνης των ωραίων διαφυγών», κατά τη «Μοντ», εκτελείται από δύο ωραίους νέους ημίγυμνους άνδρες που χορεύουν σφιχταγκαλιασμένοι μέχρι να πνιγούν από ασφυξία κάτω από ένα πλαστικό κάλυμμα.
Η «Monde» δεν κρύβει ούτε την αμηχανία ούτε το ενδιαφέρον της για τη «σπείρα της έξοχης τρέλας» του Βαρλικόφσκι. Μακάρι λοιπόν να δούμε κι εμαείς προσεχώς στο Φεστιβάλ κι αυτή τη σκηνοθετική του πλευρά.
(Ελευθεροτυπία, 16/6/2010)