Συνέντευξη του πολωνού ποιητή Άνταμ Ζαγκαγιέβσκι στην “Ελευθεροτυπία”

Ανταμ Ζαγκαγιέβσκι «Οι πολιτικοί ας αφήσουν την Ιστορία στους ποιητές»
Ο Ανταμ Ζαγκαγιέβσκι είναι ο κορυφαίος Πολωνός ποιητής των ημερών μας και ένας από τους -πολλούς και ενδιαφέροντες- προσκεκλημένους στο Πρώτο Διεθνές Λογοτεχνικό Φεστιβάλ Τήνου ( 29, 30 και 31 Ιουλίου ). Στη συνέντευξή του στην «Ε», ο Ανταμ Ζαγκαγιέβσκι μιλά για την ποίηση, τη μνήμη, την Ιστορία, την πολιτική και τη διαδικασία της σύνθεσης απόψεων που πάντοτε οδηγεί σε καλύτερα αποτελέσματα από τον τυφλό φανατισμό.
Προ τριμήνου ένα μεγάλο μέρος της πολωνικής ηγεσίας χάθηκε σε αεροπορικό δυστύχημα ενώ προ εικοσαημέρου εξελέγη νέος Πολωνός προέδρος, ο Κομορόφσκι. Πώς είναι τώρα τα πράγματα στην Πολωνία; Είχε προηγηθεί η διακυβέρνηση της χώρας από τους αδελφούς Κατζίνσκι, οι οποίοι ήταν φιλοαμερικανοί και εχθρικοί τόσο προς τη Ρωσία όσο και προς τη Γερμανία και την Ευρώπη.
«Μιλάτε σε κάποιον που ποτέ του δεν συμπάθησε τους αδελφούς Κατζίνσκι. Ανήκω στο πιο φιλελεύθερο κομμάτι της πολωνικής κοινωνίας, στο οποίο ανήκει και το μεγαλύτερο μέρος της πολωνικής ιντελιγκέντσιας. Για μένα οι Κατζίνσκι ήταν πάντοτε πολύ ακραίοι, πολύ απρόβλεπτοι. Αν τα βάλεις στο χαρτί, δεν είναι τόσο σπουδαίες οι διαφορές μεταξύ των αδελφών Κατζίνσκι και του νεοεκλεγέντος προέδρου Κομορόφσκι. Αφού και το κόμμα του κ. Κομορόφσκι, δηλαδή το κόμμα του πρωθυπουργού Τουσκ, επίσης επιζητεί μια συμμαχία με τις ΗΠΑ αλλά πάνω σε μια λογική βάση: τι είναι καλό για τη χώρα, τι κέρδη αυτή μπορεί να αποφέρει…».
Μήπως η περίπτωση των Κατζίνσκι καταδεικνύει ότι οι πληγές του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, 65 χρόνια μετά τη λήξη του, δεν έχουν ακόμη κλείσει; Παράδειγμα το Κατίν: πρόσφατα, η ρωσική ηγεσία παραδέχτηκε επίσημα ότι η εκτέλεση των 22.000 Πολωνών αξιωματικών στο δάσος του Κατίν ήταν έργο της NKVD, της μυστικής αστυνομίας του Στάλιν, και όχι των Γερμανών όπως οι Ρώσοι υποστήριζαν μέχρι τώρα.
«Αυτό ήταν γνωστό στους Πολωνούς πολύ πριν από το τέλος του κομμουνισμού. Το ότι υπεύθυνοι για το Κατίν ήταν οι Γερμανοί ήταν ένα είδος επίσημου ψέματος, το οποίο άντεξε μέχρι το τέλος του κομμουνισμού και το οποίο λίγοι πίστευαν. Ακόμη και απλοί άνθρωποι το γνώριζαν. …  Από το 1989 και μετά, όταν κατέρρευσε ο κομμουνισμός, αυτό ήταν σε όλους γνωστό και η πρόσφατη εξέλιξη αποτέλεσε απλώς την επιβεβαίωσή του».
Τελικά, «πόση» Ιστορία χρειαζόμαστε για να προχωρήσουμε στο μέλλον, χωρίς ταυτόχρονα να αγνοούμε το παρελθόν;
«Νομίζω ότι πρέπει να κοιτάζουμε στο μέλλον, να ξέρουμε καλά το παρόν και να μην ξεχνάμε το παρελθόν. Το παρελθόν δεν πρέπει να μας δυναστεύει, κυρίως τους πολιτικούς, οι οποίοι, στην περίπτωση των Κατζίνσκι, προσπάθησαν να κοιτάξουν πάρα πολύ πίσω. Για τους συγγραφείς, τους ποιητές, είναι διαφορετικά. Πρέπει να είναι σε επαφή μαζί του. Αυτοί διαθέτουν τη μνήμη αλλά δεν υπάρχει καμία ευθεία σύνδεση ανάμεσα σε αυτό που κάνουν οι λογοτέχνες και αυτό που κάνουν οι πολιτικοί. Θα έλεγα ότι οι πολιτικοί καλό θα ήταν να αφήσουν περισσότερο το θέμα της μνήμης στους συγγραφείς».
Εσείς γεννηθήκατε το 1945 και μεγαλώσατε κουβαλώντας μέσα σας όλες τις μνήμες και τις εμπειρίες μιας Ευρώπης που προσπαθούσε να ξανασταθεί στα πόδια της μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Αυτό πόσο επηρέασε την ποίησή σας;
«Δημιούργησε μια βάση, έναν βαθύτερο παλμό, ο οποίος ήρθε στην επιφάνεια αργότερα, αφού τα πρώτα ποιήματά μου είχαν άλλο θέμα. Η συνειδητοποίηση πήρε κάποιον καιρό κι έτσι οι κατοπινές εμπειρίες μου, όπως αποτυπώθηκαν στα ποιήματά μου, παρ’ ότι δεν σχετίζονταν άμεσα με τα χρόνια του πολέμου, κατέληξαν να έχουν σημείο αναφοράς τη συγκεκριμένη βάση, που είναι κάπως σαν βάση και κορυφή μαζί».
Εχοντας ταξιδέψει και ζήσει σε πολλές χώρες, θα λέγατε ότι αποκτήσατε μια συμπαντική θεώρηση του κόσμου;
«Δεν χρειάζεται να ταξιδέψεις πολύ για να αποκτήσεις αυτή τη στάση, π.χ. ο Μαντελστάμ δεν ταξίδεψε στο εξωτερικό πολύ, νομίζω μόνο μια φορά. Αλλά η ποίησή του ήταν συνδεδεμένη με την παγκόσμια κουλτούρα, κάτι που είναι ένας πολύ καλός ορισμός της ποίησης, δηλαδή ότι η ποίηση δεν θα πρέπει να είναι εθνικιστική. Φυσικά πάντοτε γράφεις στη γλώσσα σου, αλλά όταν διαβάζεις Ομηρο, Μποντλέρ, Δάντη, αυτό είναι συμπαντικό. Η ποίηση είναι τοπική στον βαθμό που όλοι είμαστε τοπικοί: έχουμε ένα σώμα και μια καρδιά. Αλλά το μυαλό μας ανοίγει στη συμπαντική εμπειρία. Επίσης δεν γίνεται να είσαι ποιητής και να είσαι ανεκπαίδευτος. Η ποίηση έρχεται σαν απόρροια της εκπαίδευσης, όχι μόνο της έμπνευσης ή του συναισθήματος. Η εκπαίδευση ανοίγει τον δρόμο στο μυαλό σου γι’ αυτό το συμπαντικό αίσθημα, την αδελφοσύνη μεταξύ των ανθρώπων».
Είστε «παιδί του Μάη του ’68». Τι έχει μείνει, κατά την άποψή σας, από εκείνη την περίοδο σήμερα; Οι ιδέες, τα τραγούδια, τα συνθήματα, οι άνθρωποι;
«Η ποπ κουλτούρα σημαδεύτηκε βαθιά από τους ’68άρηδες. Αλλά δεν νομίζω ότι το ίδιο συνέβη και με την υψηλή κουλτούρα. Εννοώ ότι αν ακούσεις τους Μπιτλς ή κάποιο ροκ γκρουπ το μυαλό σου πηγαίνει στο ’68, την ελευθερία, το αντιμπουρζουά κ.λπ. Αλλά αν κοιτάξεις στη λογοτεχνία και την ποίηση, αν δεις τον Σεφέρη που είναι ένας από τους αγαπημένους μου, δεν βλέπεις κάποια επίδραση από το ’68. Μπορούσες να έχεις την ελευθερία σου σαν ποιητής και πριν το ’68. Δεν νομίζω ότι άνθρωποι οι οποίοι ήταν βαθιά αναμεμειγμένοι σε ό,τι αποκαλούμε υψηλή κουλτούρα χρειάζονταν το ’68. Δεν εννοώ ότι η ποπ κουλτούρα είναι εντελώς αποκομμένη από την υψηλή κουλτούρα, ασφαλώς και υπάρχουν σημεία σύνδεσης. Αλλά νομίζω ότι για κάποιον που ακολουθεί την υψηλή κουλτούρα, που διαβάζει Μποντλέρ, Σεφέρη κ.λπ., δεν χρειάζεται το ’68 για να αισθανθεί ελεύθερος».
Η ποίηση σε ποιο βαθμό συνδέεται με την Ιστορία; Π.χ. έχει λεχθεί και γραφεί ότι δεν ήταν δυνατό να γραφεί ποίηση μετά τη φρίκη του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, του Ολοκαυτώματος κ.λπ.
«Υπάρχει μια ημερομηνία, η 27η Ιανουαρίου, την οποία γιορτάζουμε για δύο λόγους: είναι η ημέρα γέννησης του Μότσαρτ αλλά και η ημέρα που το Αουσβιτς απελευθερώθηκε από τον σοβιετικό στρατό. Και νομίζω ότι αυτή η ημερομηνία αποτελεί μια συμβολική σύνθεση του κόσμου μας. Ζούμε σε μια περίοδο που μπορούμε να χαιρόμαστε με τη μουσική του Μότσαρτ αλλά ταυτόχρονα θυμόμαστε και το Αουσβιτς. Είναι δύσκολο αλλά δυνατό. Είναι η ειρωνεία της Ιστορίας το ότι στο ημερολόγιο των Ηνωμένων Εθνών ή της UNESCO υπάρχουν στην ίδια ημερομηνία αυτά τα δύο γεγονότα. Είναι ένα είδος μηνύματος. Εχουμε αυτό το τρομερό παρελθόν αλλά ταυτόχρονα έχουμε και τον Μότσαρτ. Και η ύπαρξη του ενός δεν αποκλείει εκείνη του άλλου. Είναι δύσκολο να συνδυαστούν αλλά συμβαίνει».
(Ελευθεροτυπία, 29/7/2010)