Άτυπο Συμβούλιο Υπουργών Άμυνας (Wroclaw, 22-23/9/2011) – Συμμετοχή υπουργού Άμυνας Πάνου Μπεγλίτη

Το Άτυπο Συμβούλιο Υπουργών Άμυνας πραγματοποιήθηκε στο Βρότσλαβ της Πολωνίας στις 22-23 Σεπτεμβρίου. Στο Συμβούλιο συμμετείχε ο υπουργός Εθνικής Άμυνας, Πάνος Μπεγλίτης.
Μετά το πέρας των εργασιών του Συμβουλίου, ο υπουργός Άμυνας Π. Μπεγλίτης δήλωσε ότι “το Υπουργείο Εθνικής Άμυνας έχει προετοιμαστεί για την μείωση της ελληνικής αποστολής σε διεθνείς αποστολές της ΕΕ και του ΝΑΤΟ, χωρίς αυτό να σημαίνει αποχώρηση της ελληνικής αποστολής. Πρόκειται να υπάρξει σημαντική μείωση της ελληνικής αποστολής στο Κόσοβο, το Αφγανιστάν και σε άλλες αποστολές, εξαιτίας της οικονομικής κρίσης“.
Ως προς τα αποτελέσματα των εργασιών του Συμβουλίου, ο υπουργός Άμυνας Π. Μπεγλίτης ανέφερε ότι:
Το Άτυπο Συμβούλιο Υπουργών Άμυνας αποτελεί θεσμικό χώρο ανταλλαγής απόψεων, χωρίς να λαμβάνονται αποφάσεις. Το Συμβούλιο προετοίμασε το Άτυπο Συμβούλιο Υπουργών Άμυνας της ΕΕ που θα πραγματοποιηθεί τον προσεχή Νοέμβριο για θέματα που αφορούν στην κοινή πολιτική ασφάλειας και άμυνας, υπό το φως της Συνθήκης της Λισσαβώνας.
Κεντρικό θέμα για την ΕΕ αποτελεί η ανεύρεση ισορροπίας ανάμεσα στην ανάγκη μείωσης των αμυντικών προϋπολογισμών και στην ανάγκη διατήρησης του υψηλού επιπέδου των ενόπλων δυνάμεων και της άμυνας των κρατών-μελών και της ΕΕ. Το θέμα αυτό ανάγεται σε υπαρξιακό ζήτημα για τα κράτη-μέλη, καθώς και για τους διεθνείς οργανισμούς, όπως η ΕΕ και το ΝΑΤΟ.
Όλες οι ευρωπαϊκές χώρες, όπως και οι ΗΠΑ, λόγω της οικονομικής κρίσης, προχωρούν σε περικοπές των αμυντικών δαπανών, σε αναστολή των εξοπλιστικών προγραμμάτων και σε εξορθολογισμό της λειτουργίας της εθνικής άμυνας. Κατά συνέπεια, δημιουργείται ο κίνδυνος για τα κράτη-μέλη της ΕΕ να μην μπορούν να υλοποιήσουν τις αποφάσεις της ΕΕ και του ΝΑΤΟ.
Στο πλαίσιο του γενικότερου προβληματισμού, έγινε μία ενδιαφέρουσα και έντονη συζήτηση για την ανάπτυξη συνεργιών μεταξύ των κρατών-μελών, έτσι ώστε να προωθηθεί η συμμετοχή σε κοινά προγράμματα, όπως η εκπαίδευση των ενόπλων δυνάμεων, αλλά και να επιτευχθεί επιμερισμός του κόστους σε περισσότερες χώρες της ΕΕ.
Ο προβληματισμός πηγάζει από την οικονομική κρίση, καθώς και από μία κρίση υπαρξιακού χαρακτήρα για το μέλλον της ΕΕ. Παρά την προώθηση της θεσμικής ανάπτυξης της κοινής πολιτικής ασφάλειας και άμυνας, υπάρχει φόβος ότι οι φιλόδοιξοι στόχοι δεν μπορούν να υλοποιηθούν.
Ο μεγαλύτερος κίνδυνος είναι να μην μπορεί η ΕΕ να υπερασπιστεί τον διεθνή ρόλο της, δηλαδή ως διεθνής παράγοντας λήψης αποφάσεων σε διεθνή κέντρα αποφάσεων. Αυτό θα έχει ως συνέπεια την μείωση του στρατηγικού βάρους της ΕΕ και την περιθωριοποίησή της ως διεθνούς παράγοντα.
Κρίσιμο ζήτημα αποτελούν οι εξελίξεις στη Λιβύη, κυρίως γιατί αποδείχθηκε τόσο το έλλειμμα του ΝΑΤΟ όσο και της ΕΕ.
Σύμφωνα με τον υπουργό, η κρίση στη Λιβύη επιβεβαίωσε τις αδυναμίες ως προς τους στόχους των αποστολών και ως προς τον καθοδηγητικό ρόλο της ΕΕ και του ΝΑΤΟ, καθώς και το σοβαρό έλλειμμα της συμμαχικής αλληλεγγύης.
Η έλλειψη αλληλεγγύης αποδείχθηκε από το γεγονός ότι μεγάλες χώρες της ΕΕ, όπως η Πολωνία ή η Γερμανία, δεν συμμετείχαν στην αποστολή, όπως δεν συμμετείχε ούτε η Τουρκία. Δημιουργείται, επομένως, το ερώτημα πως είναι δυνατόν να προχωρήσει η κοινή πολιτική ασφάλειας και άμυνας χωρίς αλληλεγγύη.
Ως προς τον καθοδηγητικό ρόλο, ο οποίος έχει στρατηγικό ενδιαφέρον για την αλλαγή στην λειτουργία του ΝΑΤΟ, αποδείχθηκε ότι οι ΗΠΑ έμειναν στα μετόπισθεν, ενώ τον καθοδηγητικό ρόλο ανέλαβαν η Βρετανία και η Γαλλία. Η Ελλάδα παρείχε διευκολύνσεις (π.χ. αεροπορικές βάσεις). Το γεγονός ότι οι ΗΠΑ έμειναν στα μετόπισθεν για λόγους εσωτερικούς, διαταράσσει και αποδυναμώνει την λειτουργία του ΝΑΤΟ και δημιουργεί νέα στρατηγικά δεδομένα.
Στην παρέμβασή του, ο υπουργός Π. Μπεγλίτης επισήμανε ότι όταν τελειώσει ο πόλεμος στη Λιβύη, η ΕΕ θα πρέπει να αναλάβει την ανασυγκρότηση και την ανθρωπιστική βοήθεια προς την Λιβύη, με σεβασμό στις ευαισθησίες του λιβυκού λαού και σε συνεργασία με διεθνείς οργανισμούς, όπως ο ΟΗΕ, από όπου θα αντλήσει  νομιμοποιητικές βάσεις. Τόσο η ΕΕ όσο και το ΝΑΤΟ θα πρέπει να εξασφαλίσουν τη νομιμοποιητική βάση από τον ΟΗΕ.
Υπογράμμισε, επίσης, την πεποίθησή του ότι θα πρέπει να ενισχυθούν οι σχέσεις ανάμεσα στην ΕΕ και το ΝΑΤΟ σε ισότιμη βάση, δηλαδή με σεβασμό στην αυτονομία κάθε οργανισμού και στον διακριτό χαρακτήρα του, χωρίς επικάλυψη δράσεων και περιττές δαπάνες.
Σύμφωνα με τον υπουργό, το ερώτημα που τίθεται σε περίοδο κρίσης είναι με ποιον τρόπο η ΕΕ μπορεί να προωθήσει δράσεις, όπως η συμμετοχή της ΕΕ σε αποστολές (π.χ. Σομαλία, Βοσνία-Ερζεγοβίνη).