“Ο ερωτευμένος Πολωνός” της Μάρως Βαμβουνάκη

Μια διάσημη ηθοποιός του θεάτρου εξαφανίζεται λίγο πριν από την παράσταση Καλοκαίρι και καταχνιά όπου πρωταγωνιστεί. Οι έρευνες της αστυνομίας, των συγγενών, των τηλεοπτικών εκπομπών δεν οδηγούν πουθενά.
Έχει αυτοκτονήσει; Τη δολοφόνησαν; Ή μια τυχαία συνάντηση με ένα άντρα από την Πολωνία τη μεταμόρφωσε και τον ακολούθησε πολύ μακριά από τη ζωή που μέχρι τότε ζούσε;
Η επιτυχία και ο βαθύς έρωτας, το ταλέντο και η θηλυκή φύση. «Η φανερή ιστορία» μιας γυναίκας που όλοι γνώριζαν, και «η κρυφή ιστορία», η μυστική, που μόνο εκείνη και εκείνος ξέρουν. Δύο επίπεδα ύπαρξης που απομακρύνονται, το ένα πιο αληθινό από το άλλο.
(Εκδόσεις “Ψυχογιός”)
Ακολουθεί απόσπασμα από το βιβλίο
Η φανερή ιστορία
Επρόκειτο για μια έκτακτη εκπομπή του είδους εκείνου που προκαλεί εξαιρετικό ενδιαφέρον στο πλατύ τηλεοπτικό κοινό^ που η εξέλιξή της μπορεί να διαρκέσει για μήνες και μήνες, καμιά φορά και για χρόνια, που ενδέχεται να μην καταλήξει πουθενά, να αφήσει παντοτινά μετέωρο το ερώτημα και την αγωνία που την προκάλεσαν. Μια εκπομπή απ’ αυτές που αναφέρονται σε πρόσωπα που εξαφανίσθηκαν και παίζονται με μεγάλη επιτυχία στις τηλεοράσεις πολλών χωρών της γης. Παλιότερα, πριν από την εξάπλωση της τηλεόρασης, τα ραδιόφωνα εκφωνούσαν κάποια δελτία αναζητήσεων αλλά ένας τέτοιος τρόπος έρευνας ήταν σίγουρα πιο χλωμός και υποτονικός, καμιά σχέση δεν είχε με τον σημερινό τρόπο με τον οποίο τώρα στα κανάλια χειρίζονται αυτές τις ακραίες περιπέτειες και που στην πορεία δεν μπορείς να ξέρεις τι εντέλει θα αποκαλυφθεί. Εξαιρετικά θρίλερ για παίκτες και θεατές.
Αιωρείται πάντα και μια πιθανότητα θανάτου στην όλη υπόθεση και αυτό το αποτρόπαιο αλλά συνάμα ελκυστικό ενδεχόμενο ερεθίζει μοναδικά. Ο τρόμος για τους άλλους, η αγωνία για τους ξένους είναι τρόμοι και αγωνίες ηδονικές, μπορείς να αναστατώνεσαι με το δυσάρεστο, απολαμβάνοντας ταυτόχρονα την εξαίσια βεβαιότητα ότι εσύ όμως παραμένεις αμέτοχος και κυρίως ασφαλής. Δεν είσαι παρά ένας καλά κρυμμένος παρατηρητής στην πολυθρόνα σου, στο κλειδωμένο σπίτι σου, κανένας από τους πρωταγωνιστές του δράματος δε γνωρίζει καν ότι παρακολουθείς την ανοιγμένη σου τηλεόραση.
Η θέση του θεατή ξένων συμφορών είναι μια σπάνια απόλαυση. Οι καταστάσεις ταύτισης, είτε σε φτηνές εκπομπές είτε στην υψηλή τέχνη, του θεάτρου ας πούμε, παραμένουν αιωνίως σαγηνευτικές για τους ανθρώπους. Το γεγονός ότι μετέχεις σε μια συνταρακτική περιπέτεια, αλλά μετέχεις μέχρι το βαθμό που αντέχουν τα νεύρα σου, ότι μπορείς ανά πάσα στιγμή να διακόψεις την ταύτιση πατώντας ένα κουμπί στη συσκευή σου, σου προσφέρει την ευχέρεια να βιώσεις ακίνδυνα πολλά, εντάσεις, αγωνίες, όνειρα, τρόμους, διαστροφές, περιπέτειες,που ναι μεν διψάς αλλά οι δειλίες σου στη ζωή τη ζώσα σού το απαγορεύουν.
Σ’ αυτήν ακριβώς την ευχέρεια δε ριζώνει και η δημοφιλία για τα βιβλία, τον κινηματογράφο, τα θέατρα, τα τραγούδια, την όπερα; Μπορεί η ποιότητα και οι τρόποι κάθαρσης να διαφέρουν, ωστόσο πηγή παραμένει η προσφερόμενη ταύτιση. Και όχι μονάχα η ταύτιση με τους πάσχοντες, τους εξαφανισμένους και τους αμήχανους συγγενείς στην εκπομπή που μιλάμε, αλλά υπάρχει εδώ και το γοητευτικό στοιχείο μιας εξουσίας ιδιαίτερης, του να καλείται ο τηλεθεατής να αναλάβει το ρόλο του αστυνομικού, του ψυχολόγου, του κοινωνιολόγου –ρόλους που όλοι αγαπούν να υιοθετούν εύκολα–, να συζητάει τις εικασίες του με τους γύρω, να στοιχηματίζει για τη δική του εξυπνάδα και διαίσθηση.
Το γεγονός πάντως μιας εξαφάνισης, η οποία παρατείνεται χωρίς εξήγηση και αποκρίσεις, είναι ένα συμβάν που εγείρει αντιφατικές αντιδράσεις. Θέτει για άλλη μια φορά το ερώτημα: Μήπως δικαιούται κάποιος ενήλικος να εξαφανιστεί; Παραπέρα: Επιτρέπεται, ακόμη και στους πιο στενούς οικείους του, να τον αναζητούν πεισματικά και μάλιστα καθιστώντας τον δημόσιο θέαμα; Να απλώνουν τα μυστικά του στο πρώτο πλάνο της κοινωνικής ζωής, συχνότατα καταντώντας τα ένα ριάλιτι προς τέρψη των τηλεθεατών, που, όπως είπαμε, ταυτιζόμενοι εκ του ασφαλούς με τα δράματα των άλλων, βιώνουν μια δική τους φαντασίωση;
Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι, ανάμεσα στους θεατές που αγωνιούν για τις έρευνες, θα υπάρχουν και κάποιοι, λίγοι ίσως, των οποίων η αγωνία εντοπίζεται στο να μην ανακαλυφθεί ο εξαφανισμένος. Κάποιοι που εύχονται να καταφέρει να ξεφύγει από όλους και όλα ο άφαντος ήρωας και να χαθεί παντελώς. Είναι οι πιο καταπιεσμένοι από τους τηλεθεατές, εκείνοι που ζηλεύουν τον εξαφανισμένο, αυτόν που βρήκε το κουράγιο να δραπετεύσει από την προσωπική του φυλακή. Όχι, για τους παρατηρητές τούτους δεν είναι η συμπόνια με τον χαμένο και τους δικούς του που επικρατεί στα συναισθήματά τους, είναι ο θαυμασμός για το δραπέτη και την ικανότητά του να σχεδιάσει τόσο έξυπνα μιαν απόδραση.