Συνέντευξη πρωθυπουργού Γ. Παπανδρέου στο πολωνικό περιοδικό “Polityka” (13/4/2011)

To εβδομαδιαίο πολιτικο-κοινωνικό περιοδικό Polityka, με τίτλο «Οι θηρευτές και τα θύματα», δημοσιεύει συνέντευξη που παραχώρησε στον δημοσιογράφο Jacek Żakowski ο πρωθυπουργός Γιώργος Παπανδρέου, κατά την διάρκεια της επίσκεψής του στη Βαρσοβία στις 7 Απριλίου.
Υπότιτλος της συνέντευξης: «Ο έλληνας πρωθυπουργός Γιώργος Παπανδρέου (μιλάει) για την κρίση, τα αδύναμα κράτη και τις παντοδύναμες οικονομικές αγορές, καθώς και την Πολωνική Προεδρία στην Ευρωπαϊκή Ένωση».
Jacek Żakowski: Σας καλωσορίζω στη χώρα.
Γιώργος Παπανδρέου: Πάντοτε θυμάμαι τις πολωνικές μου ρίζες.
Είναι ευχάριστο.
Σήμερα με τον Bronisław Komorowski (= τον Πρόεδρο της Πολωνικής Δημοκρατίας) ανακαλύψαμε ότι είμαστε στενοί συγγενείς. Οι γιαγιάδες μας κατάγονταν από την οικογένεια των Mineyko.
Και έτσι φανερώθηκε μια άγνωστη έως τώρα ευρωπαϊκή δυναστεία.
Η δυναστεία των Mineyko.
Στην Πολωνία η οικογένεια είναι εξίσου σημαντική όπως και στην Ελλάδα. Μάλλον αναρωτιέστε τι θα έλεγε ο παππούς σας, ο Γεώργιος, τρεις φορές πρωθυπουργός, δημιουργός του Ελληνικού Σοσιαλιστικού Κόμματος, και ο πατέρας σας ο Ανδρέας, δύο φορές πρωθυπουργός, δημιουργός του σοσιαλιστικού ΠΑΣΟΚ, σε σας, τον Πρόεδρο της Σοσιαλιστικής Διεθνούς και πρωθυπουργό, βλέποντας πως μειώνετε τις κοινωνικές παροχές και αντιμετωπίζετε τις μαζικές εργατικές διαμαρτυρίες;
Μάλλον θα έλεγαν πάνω-κάτω αυτό που λέω στον εαυτό μου: «Πρέπει να σώσεις αυτή τη χώρα!»
Από το βάρος του υπερβολικών κοινωνικών παροχών;
Οι κοινωνικές δαπάνες δεν αποτελούν την κύρια πηγή των προβλημάτων.
Αλλά τι;
Η κακή διαχείριση.
Στην πολιτική ή τον επιχειρηματικό κόσμο;
Στην πολιτική. Διότι η Ελλάδα δεν είναι μια φτωχή χώρα. Ήταν, όμως, πολύ αναποτελεσματικά διακυβερνώμενη. Η προηγούμενη κυβέρνηση σε πεντέμισι έτη διπλασίασε το ελληνικό δημόσιο χρέος. Και στην διάρκεια καλών οικονομικών ετών. Η παγκόσμια κρίση είχε σε αυτό το μερίδιό της. Όμως αποκάλυψε κυρίως προβλήματα: τις πελατειακές σχέσεις, την έλλειψη διαφάνειας, τις εξυπηρετήσεις προς τις μεγάλες επιχειρήσεις, την διαφθορά, την φοροδιαφυγή από την πλευρά των προνομιούχων. Αυτά όλα δημιούργησαν ένα πολιτικό κλίμα ανομίας. Αυτό θα πρέπει να εξυγιανθεί. Πρώτα από όλα, όμως, θα πρέπει να σώσουμε την Ελλάδα από την πτώχευση.
Πως;
Πρώτον, λαμβάνοντας υπ`όψιν ότι δεν μπορεί όλο το βάρος να μεταφέρεται στους πιο αδύναμους. Εάν αναμένεται να λειτουργήσει η χώρα, θα πρέπει να είναι δίκαιη. Υπάρχει, όμως, και η παγκόσμια διάσταση. Το διεθνές σύστημα διευκολύνει την λειτουργία των φορολογικών παραδείσων και την φοροδιαφυγή.
Πιστεύετε ότι είναι ένα σύμπτωμα της κρίσης της παγκοσμιοποίησης;
Εν μέρει. Ως κρίση της δημοκρατικής εξουσίας σε έναν παγκοσμιοποιημένο κόσμο. Κοιτάξτε προσεκτικά τις πηγές της αμερικανικής οικονομικής κρίσης το 2008. Πως σημειώθηκε; Από τη μία πλευρά, ο οικονομικός τομέας αυξανόταν για χρόνια, γινόταν ολοένα και ισχυρότερος και σταδιακά απορυθμιζόταν, ακόμη και απαρατήρητος. Μέχρις ότου άρχισε να δημιουργεί τοξικές οικονομικές αξίες. 
Μπορούσε να τα δημιουργεί διότι ήταν ανεξέλεγκτος. Και δεν ελεγχόταν διότι ήταν ιδιαίτερα ισχυρός, ώστε οι ασκούντες lobby να ελέγχουν τις δημοκρατικές Αρχές. Οι ρόλοι αντιστράφηκαν. Στον παγκοσμιοποιημένο κόσμο η συγκεντρωμένη οικονομική εξουσία αναγκάζει την πολιτική εξουσία να δημιουργεί ευνοϊκές γι` αυτήν κανόνες. Τα μεγάλα κεφάλαια ρέουν στην ισχυρή διεθνή οικονομική τάξη. Η συγκέντρωση του κεφαλαίου από την ολιγομελή τάξη είναι τεράστια. Αυτό δημιουργεί άγνωστα μέχρι πρότινος προβλήματα.
Ποια;
Μια μεμονωμένη χώρα σήμερα δυσκολεύεται πολύ να φορολογήσει αποτελεσματικά μια μεγάλη επιχείρηση, διότι τα χρήματα μπορούν να διαφύγουν γρήγορα στο εξωτερικό. Τα κράτη χάνουν έσοδα. Οι εταιρείες κερδίζουν, δεν καταβάλλουν όμως φόρους.
Πιστεύετε ότι το κράτος έχει χάσει ήδη αυτό το παιχνίδι με το διεθνές κεφάλαιο;
Ακόμη (λειτουργεί) ανεπαρκώς. Πρέπει να δημιουργήσουμε διεθνείς ρυθμίσεις.
Είναι ακόμη ρεαλιστικό αυτό;
Στην Ευρώπη συζητάμε για τη δημιουργία ενός φόρου στις διεθνείς οικονομικές συναλλαγές. Ο οικονομικός παράγοντας πληρώνει πολύ μικρούς φόρους σε σύγκριση με τις επιχειρήσεις της πραγματικής οικονομίας. Ένας φόρος της τάξης του 0,5% στις συναλλαγές θα έδινε στην Ευρώπη ένα εισόδημα της τάξης των 200 δις. ευρώ. Κανένα μεμονωμένο κράτος δεν είναι σε θέση να εισάγει έναν τέτοιο φόρο. Μπορούμε, όμως, να το κάνουμε από κοινού. Είναι μια από τις ενδεχόμενες απαντήσεις, ως συνέπεια της παγκοσμιοποίησης που είναι η αφαίρεση της οικονομίας από την εξουσία του εθνικού κράτους.
Η οικονομία που βρέθηκε εκτός εξουσίας των κρατών είναι ελαφρώς ρυθμιζόμενη και χαμηλά φορολογημένη. Δημιουργεί αποτελεσματικά πλούτο, αλλά τον αναδιανέμει πολύ άνισα. Μακροπρόθεσμα δεν μπορεί να λειτουργεί έτσι. Δημιουργούμε αρκετό πλούτο για να εξαλείψουμε την φτώχεια και τον αναλφαβητισμό, αλλά δεν ξέρουμε να τον χρησιμοποιήσουμε κατάλληλα. Διότι η πολιτική εξουσία εξακολουθεί να είναι κλειστή σε εθνική κλίμακα, ενώ η οικονομία λειτουργεί σε παγκόσμια κλίμακα.
Είναι μια κρίση πολιτικής εξουσίας;
Οι πολίτες βλέπουν αυτή την κατάσταση και αναμένουν ότι οι πολιτικοί θα την αντιμετωπίσουν, ενώ οι πολιτικοί είναι αδύναμοι. Ενεργούν σε μια ιδιαίτερα μικρή κλίμακα. Γι` αυτό είναι τόσο σημαντικός ο ρόλος της Ευρώπης. Διότι η Ευρώπη θα μπορούσε να αλλάξει αυτή την κατάσταση, εάν αποφάσιζε να δημιουργήσει μια διεθνή τάξη, που ευνοεί μια πιο δίκαια κατανομή του πλούτου. Έχουμε τη γνώση, την τεχνολογία, το κεφάλαιο που επιτρέπει να αποφύγουμε έναν κόσμο, όπου υπάρχει περισσότερη βία, φονταμενταλισμοί, εξτρεμισμοί, διενέξεις. Είμαι σοσιαλιστής, αλλά το λέω σε όλους όσους συνομιλώ και όλοι συμφωνούν.
Λέτε για τον εαυτό σας: είμαι σοσιαλιστής;
Διότι είμαι.
Γνωρίζω ότι εάν κάποιος αναφέρει για εσας “αυτός είναι σοσιαλιστής”, στα μάτια πολλών ανθρώπων η δύναμη των επιχειρημάτων σας θα μειωθεί κατά το ήμισυ.
Εδώ κάνουμε λόγο για αξίες. Τι χρειαζόμαστε; Περισσότερη δημοκρατία, συμμετοχή, ισότητα, κοινωνική συνοχή και παύση του πολέμου των ανθρώπων κατά του περιβάλλοντος. Είμαι σοσιαλιστής, αλλά δεν συνδέομαι με κανένα σοσιαλιστικό δόγμα. Δεν πιστεύω ότι η αγορά θα λύσει όλα τα προβλήματα. Αλλά δεν πιστεύω και ότι το κράτος μπορεί να τα λύσει όλα. Το κράτος και η αγορά μπορούν να εξυπηρετούν τους ανθρώπους, εάν λειτουργούν από κοινού. Το πρόβλημα έγκειται στο γεγονός ότι τα κράτη κυριαρχήθηκαν σε μεγάλο βαθμό από τις δυνάμεις της αγοράς. Από εκεί [πηγάζουν] τα προβλήματα της Ελλάδας.
Η πλειοψηφία των πολιτικών και των σχολιαστών θα συμφωνούσε μαζί σας ότι η κρίση μάς έκανε να συνειδητοποιήσουμε την ανάγκη για κάποια νέα τάξη. Πέρασαν, όμως, δύο χρόνια από τότε που ξέσπασε η κρίση και ελάχιστα καταφέραμε να κάνουμε.
Πιστεύετε ότι χρειαζόμαστε μια νέα κρίση, ώστε να αλλάξει κάτι ή αυτές οι αλλαγές απαιτούν χρόνο και οδεύουν προς την σωστή κατεύθυνση;
Μάλλον και το ένα και το άλλο. Η κρίση του 2008 ήταν μια “καμπάνα συναγερμού” που υπενθυμίζει ότι στην οικονομία χρειαζόμαστε περισσότερη διαφάνεια, έλεγχο, αξιοπιστία. Οι πρώτες αντιδράσεις ήταν σωστές. Οι κυβερνήσεις τόνωναν την οικονομία και έκαναν ότι μπορούσαν ώστε η ύφεση να μην είναι ιδιαίτερα βαθιά. Αυτό έφερε αποτέλεσμα. Και δημιούργησαν την εντύπωση ότι η κρίση έχει παρέλθει.
Και δεν έχει (παρέλθει);
Ίσως προς στιγμήν. Εάν δεν δημιουργήσουμε νέα, υπερεθνικά πρότυπα ενέργειας και επιτήρησης, θα βυθιστούμε σε μια νέα κρίση. Διότι οι πηγές της παρούσας κρίσης στην πλειοψηφία τους δεν εξαφανίστηκαν. Οι κυβερνήσεις περιόρισαν μόνο τις συνέπειες της. Και μάλιστα με γιγαντιαίο αντίτιμο.
Όταν συνομιλείτε με τον πρωθυπουργό Tusk, τον Πρόεδρο Obama, τον πρωθυπουργό Zapatero ή την καγκελάριο Merkel, πώς δέχονται αυτές τις απόψεις;
Το πρόβλημα έγκειται στο γεγονός ότι είμαστε κυρίως ηγέτες των χωρών μας. Ο καθένας μας είναι υπεύθυνος για το κράτος του. Κυρίως αυτό μας απασχολεί. Αλλά οι ηγέτες των μικρών χωρών, και τώρα ήδη και των μεσαίων, όπως η Πολωνία, συνειδητοποιούν ότι δεν μπορούν να ανταπεξέλθουν μόνοι τους. Το θέμα είναι ότι μερικές από τις ισχυρότερες χώρες ελπίζουν ακόμη ότι θα τα καταφέρουν. Αν και ο Πρόεδρος Obama κατανοεί την ανάγκη νέων παγκόσμιων λύσεων. Continue reading

Advertisements

Άρθρο της “Καθημερινής” για τα Γραφεία Τύπου Εξωτερικού

Η φωνή μας στο εξωτερικό

Tου Σταύρου Tζίμα

Στις αρχές της εβδομάδας οι ακόλουθοι Tύπου των ελληνικών πρεσβειών προχώρησαν σε σαρανταοχτάωρη απεργία διαμαρτυρόμενοι για «την υποβάθμιση της σημασίας προβολής της εθνικής μας εικόνας στο εξωτερικό», όπως σημείωναν στο σχετικό δελτίο Τύπου. Δεν έκλεισαν δρόμους, δεν προέβησαν σε καταλήψεις πρεσβειών ή του ΥΠΕΞ, ούτε έκαναν φασαρία στα τηλεπαράθυρα, ώστε να αναγκάσουν την κυβέρνηση να μην προχωρήσει στο κλείσιμο ενός σημαντικού αριθμού εξ αυτών, για λόγους λιτότητας.
Οσοι δημοσιογραφήσαμε εκτός συνόρων ξέρουμε τι σημαίνει η παρουσία αυτών των ανθρώπων στις πρεσβείες μας για τη χώρα μας, σε μια περίοδο που πασχίζει να περισώσει ό,τι έχει απομείνει από το διεθνές της κύρος. Γιατί τα Γραφεία Τύπου επιτελούν ένα σημαντικό ρόλο στη διεθνή προβολή της χώρας, με ελάχιστα κατ’ ουσίαν μέσα, αλλά με στελέχη-απόφοιτους του Τμήματος Ακολούθων Τύπου της Εθνικής Σχολής Δημόσιας Διοίκησης, οι οποίοι συνδυάζουν μέσα από την εκπαίδευσή τους γνώσεις τόσο της διπλωματίας και διεθνών σχέσεων όσο και σύγχρονης επικοινωνίας.
Αυτοί με τις διασυνδέσεις τους στα ΜΜΕ φροντίζουν να τροφοδοτούν θετική δημοσιότητα και να αποτρέπουν αρνητικά δημοσιεύματα που διαμορφώνουν ανθελληνικό κλίμα. Με τα καθημερινά reports και τις πολύτιμες πληροφορίες τους, όπως αποδείχθηκε σε κρίσιμες στιγμές, βοηθούν την εξωτερική πολιτική, αλλά και την ασφάλεια της χώρας. Ποιος δεν θυμάται ότι τη νύχτα των Ιμίων, όταν η χώρα βρέθηκε στα πρόθυρα πολεμικής σύρραξης ήταν το Γραφείο Τύπου στην στην Αγκυρα που ενημέρωσε την Αθήνα ότι Τούρκοι κομάντος κατέλαβαν τη βραχονησίδα;
Δεν γνωρίζω πόσα χρήματα θα εξοικονομήσει η κυβέρνηση, καταργώντας δεκατέσσερα από τα σαράντα ένα γραφεία, σίγουρα όμως θα στερήσει τις διπλωματικές αρχές από ένα πολύτιμο, σύγχρονο εργαλείο που απευθύνεται όχι μόνο στις κυβερνήσεις, αλλά, κυρίως στην κοινή γνώμη της κάθε χώρας.
Αλλα κράτη, με πρώτες τις ΗΠΑ αλλά και την Τουρκία, εντάσσουν τη δημόσια διπλωματία στις δομές τους ως σύγχρονη πρακτική της διπλωματίας του 21ου αιώνα για την ανάδειξη του ρόλου τους και την εξυπηρέτηση των εθνικών τους συμφερόντων. Θα περίμενε κανείς ότι ο τομέας της επικοινωνιακής μας πολιτικής στο διεθνές περιβάλλον θα αναβαθμιζόταν με επαναπροσδιορισμό στόχων, καλύτερη χρησιμοποίηση του ανθρώπινου δυναμικού και γενικότερη αναδιοργάνωση ακόμα και με τη συγκρότηση αυτοτελούς υπηρεσίας υπαγόμενης απευθείας στο ΥΠΕΞ, αντίστοιχης με αυτής των ΗΠΑ, με σκοπό τη μεγιστοποίηση των αποτελεσμάτων και τη μείωση της σπατάλης πόρων. Επιχειρείται, δυστυχώς, το αντίθετο. Η προβαλλόμενη άποψη που θέλει τον ρόλο των Γραφείων Τύπου του Εξωτερικού υποβαθμισμένο λόγω των τεχνολογικών και επικοινωνιακών εξελίξεων στο πλαίσιο της παγκοσμιοποίησης και του φαινομένου του «παγκόσμιου χωριού» είναι μάλλον παραπλανητικό.
(Καθημερινή, 2/7/2010)