• Photos from Greece

    Events of Press Office

    Click to go to Events of Press Offce site















  • Advertisements

Ομιλία του πρωθυπουργού Γιώργου Παπανδρέου στην συνάντηση των προϊσταμένων Γραφείων Τύπου Εξωτερικού

Την Δευτέρα, 17 Ιανουαρίου 2011, πραγματοποιήθηκε στην αίθουσα Εκδηλώσεων (Κέντρου Τύπου) της Γενικής Γραμματείας Επικοινωνίας – Γενικής Γραμματείας Ενημέρωσης η συνάντηση των προϊσταμένων ΓΤΕ και Γραφείων ΕΟΤ, στις εργασίες της οποίας παρέστη ο Πρωθυπουργός, κ. Γιώργος Παπανδρέου. Η ομιλία του Πρωθυπουργού επικεντρώθηκε στην Ελλάδα που αλλάζει και στην ανάδειξη της κρίσης – και της αρνητικής για την χώρα μας δημοσιότητας που την συνόδεψε – ως μιας ευκαιρίας για την οικοδόμηση μιας νέας ταυτότητας που θα επιανατοποθετεί την Ελλάδα στον κόσμο. Προσδιόρισε επίσης τον ρόλο που θα έχουν τα Γραφεία Τύπου και Επικονωνίας στο πλαίσιο της σημερινής συγκυρίας.
Παρατίθεται ολόκληρο το κείμενο της ομιλίας.
(Πηγή: Forum Διεθνούς Επικοινωνιακής Πολιτικής icp-forum.gr)

Advertisements

Warsaw East European Conference 2010, 12-15 Ιουλίου – Ελληνική συμμετοχή

Το 7ο Συνέδριο Ανατολικής Ευρώπης (Warsaw East European Conference 2010) πραγματοποιήθηκε στη Βαρσοβία από τις 12 έως τις 15 Ιουλίου.
Θέμα του Διεθνούς Συνεδρίου: «Πού βρισκόμαστε; Πρώην κομμουνιστικές χώρες και χώρες της πρώην Σοβιετικής Ένωσης μετά από 20 χρόνια» και διοργανωτής το Κέντρο Ανατολικο-ευρωπαϊκών Σπουδών του Πανεπιστημίου της Βαρσοβίας.
Σκοπός του συνεδρίου, που πραγματοποιείται για έβδομη χρονιά, ήταν η προσπάθεια να δοθεί απάντηση στο ερώτημα: «ποιά είναι η κατάσταση των χωρών του πρώην Ανατολικού μπλοκ, είκοσι σχεδόν χρόνια μετά την ανεξαρτησία τους και τριάντα χρόνια μετά την ίδρυση της “Solidarnosc” στην Πολωνία το 1980;».
Σύμφωνα με το πρόγραμμα του συνεδρίου, επιχειρήθηκε η ανάλυση της τρέχουσας κατάστασης σε όλους τους τομείς που σχετίζονται με την κοινωνική και πολιτική ζωή, όπως οι αλλαγές στην οικονομία, το νομικό σύστημα, οι διεθνείς σχέσεις, καθώς και η νοοτροπία των κατοίκων, οι μεταβολές στον πολιτισμό, στην καθημερινή ζωή και στις κοινές αντιλήψεις. Το ενδιαφέρον εστιάστηκε, επίσης, σε γεγονότα της πρόσφατης ιστορίας της περιοχής, τα οποία είχαν καθοριστική επίδραση στη διαμόρφωση της σύγχρονης κατάστασης, τουλάχιστον ως προς τις πιο κυρίαρχες αντιλήψεις.
Η προσέγγιση των πολιτών των έξι χωρών-μελών της Ανατολικής Εταιρικής Σχέσης στην ΕΕ και η ανταλλαγή εμπειριών που σχετίζονται με τις μεταρρυθμίσεις των τοπικών κυβερνήσεων, ήταν μεταξύ των κυριότερων θεμάτων του συνεδρίου, στο οποίο συμμετείχαν 50 επιστήμονες από όλον τον κόσμο και πολιτικοί από την Πολωνία και τις χώρες της Ανατολικής Ευρώπης.
Στο πλαίσιο του συνεδρίου, διεξήχθη η Σύνοδος της Ανατολικής Εταιρικής Σχέσης, στην οποία συμμετείχαν επίσημες αντιπροσωπείες των έξι χωρών-μελών της Ανατολικής Εταιρικής Σχέσης (Αρμενία, Αζερμπαϊτζάν, Γεωργία, Μολδαβία, Ουκρανία και Λευκορωσία), αξιωματούχοι του Πολωνικού Υπουργείου Εξωτερικών και βουλευτές.
Η Σύνοδος πραγματοποιήθηκε στις 15 Ιουλίου στην Πολωνική Βουλή και είχε ως στόχο την οικοδόμηση μόνιμων σχέσεων ανάμεσα στην Πολωνική Βουλή και τα Κοινοβούλια των έξι χωρών-μελών της Ανατολικής Εταιρικής Σχέσης.
Η Ανατολική Εταιρική Σχέση δημιουργήθηκε με πρωτοβουλία της Πολωνίας και της Σουηδίας και στόχο την ενίσχυση της συνεργασίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης με την Αρμενία, το Αζερμπαϊτζάν, την Γεωργία, τη Μολδαβία, την Ουκρανία και τη Λευκορωσία. Δεν προσβλέπει στην ένταξη των έξι παραπάνω χωρών στην ΕΕ, αλλά έχει έναν ευρύτερο στόχο, την ενσωμάτωση των χωρών αυτών στην ευρωπαϊκή οικονομία και το ευρωπαϊκό δίκαιο.
Στο συνέδριο συμμετείχε ο Γεώργιος Κοϊνάς, υποψήφιος διδάκτορας του Πανεπιστημίου της Βαρσοβίας, όπου διδάσκει ελληνική γλώσσα (Σχολή Ανατολικών Γλωσσών του Κέντρου Ανατολικών-Ευρωπαϊκών Σπουδών). Θέμα της ανακοίνωσής του, «Το Ρωσικό Προξενείο στα Χανιά ως τοπική διπλωματική αντιπροσωπεία – Ιστορία και Πολιτική».
Ο ομιλητής αναφέρθηκε στην ίδρυση και τη λειτουργία του Ρωσικού Προξενείου στην Κρήτη στη διάρκεια του 19ου αιώνα και ανέλυσε την πολιτική του Προξενείου σε σχέση με το Κρητικό Ζήτημα, τόσο σε τοπικό όσο και σε διεθνές επίπεδο.
Ιδιαίτερη αναφορά έγινε στην περίοδο της Κρητικής Πολιτείας, δηλαδή του αυτόνομου κράτους που εγκαθιδρύθηκε υπό την προστασία των Μεγάλων Δυνάμεων, μεταξύ αυτών και η Ρωσία. Η παρουσία των ρωσικών στρατιωτικών δυνάμεων στο νησί αύξησε την επιρροή του Ρωσικού Προξενείου, το οποίο λειτούργησε ως ο συντονιστής των τοπικών Αρχών της αυτόνομης Κρήτης με τους ρώσους στρατιωτικούς αξιωματούχους που έδρευαν στο νησί.

Ελένη Γλύκατζη-Αρβελέρ “Γιατί το Βυζάντιο”

Γιατί το Βυζάντιο

Το «Γιατί το Βυζάντιο», το καινούργιο βιβλίο της Ελένης Γλύκατζη-Αρβελέρ, γραμμένο απευθείας στα ελληνικά, αποτελεί ένα απόσταγμα σχεδόν βιωματικό, από την πολύχρονη διδασκαλία της διαπρεπούς βυζαντινολόγου στη Σορβόννη. Απευθύνεται στο ευρύ κοινό και ειδικά σε εκείνους που τους απασχολεί το ζήτημα της ελληνικής ιστορικής συνέχειας.
«Το πόνημα αυτό», αναφέρει η ίδια, «απευθύνεται σε όσους από τους Νεοέλληνες ταλανίζονται με το πρόβλημα της ελληνικής ιστορικής συνέχειας και στους ξένους (κυρίως τους Δυτικοευρωπαίους και τους Αμερικανούς βλαστούς τους) που αρκούνται στην επιλεκτική γνώση του παρελθόντος τους, άσχετα από κάθε ιστορική πραγματικότητα και με μόνο μέλημα τη δικαίωση μιας σύγχρονης πολιτικής προσέγγισης, που υπαγορεύουν συμφέροντα και ενδιαφέροντα, ξένα συχνά από την ιστορία και το αντικείμενό της».
Η συγγραφέας επιχειρεί να αποσαφηνίσει το Βυζάντιο δια του Βυζαντίου, με πολλαπλές αναφορές σε κείμενα – κλειδιά (Τριακονταετηρικός του Ευσεβίου, Κοσμογραφία του Κοσμά Ινδικοπλεύστη, Τακτικά του Λέοντος ΣΤ’ τυο Σοφού, Βίος Ιακώβου του Νεοφωτίστου, Σχόλια του Τζέτζη, Επαναγωγή κ.ά.), τα οποία, κατά τη γνώμη της, εκφράζουν συνοπτικά τα χαρακτηριστικά της βυζαντινής ψυχοσύνθεσης ή σημαδεύουν παραστατικά τομές και στροφές της ιστορίας του Βυζαντίου.
Ο στόχος της Ελένης Γλύκατζη-Αρβελέρ είναι ο εξής, όπως τον διατυπώνει στον Πρόλογό της: «Να βάλω, κατά το δυνατόν, έστω εκ του πλαγίου και λάθρα σχεδόν, το Βυζάντιο στη θέση που τα επιτεύγματά του μας υπαγορεύουν: να πω συνοπτικά, εννοώ, αυτά που το αναδεικνύουν ως την πρώτη ευρωπαϊκή αυτοκρατορία και που εξηγούν, όχι μόνο το πολιτιστικό μεγαλείο του (και αυτό ανεπαρκώς ακόμη γνωστό), αλλά και την ασυνήθη για παγκόσμια δύναμη (όπως ήταν κάποτε το Βυζάντιο) μακροβιότητά του».
Η επιλογή των θεμάτων που αναπτύσσονται σχετίζεται κυρίως με φαινόμενα μακράς διαρκείας και μπορούν να ερμηνεύσουν το «Γιατί» της βυζαντινής πολιτικής εμβέλειας (εξ ου και ο τίτλος «Γιατί το Βυζάντιο»).
Αναλύονται οι σχέσεις της πολιτείας με την εκκλησία (αυτοκράτορα και πατριάρχη), του κέντρου με την περιφέρεια (Κωνσταντινούπολης και επαρχιών), του Βυζαντίου με τους πολυποίκιλους γείτονές του, φίλους, συμμάχους ή εχθρούς. Οι συνοριακές συρρικνώσεις, οι δογματικές διαμάχες, οι στρατιωτικοπολιτικές αντιπαλότητες και οι άνισες κοινωνικές διαβαθμίσεις που ρύθμιζαν την καθεστηκυία τάξη εξηγούν τη δυσκολία της βυζαντινής κοινωνίας αλλά και της πολιτικής να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις των καιρών. Η πτώση της αυτοκρατορίας πρώτα στα χέρια των Σταυροφόρων (1204) και τελικά στους Οθωμανούς (1453) προλογίζουν την χαλεπότητα της μετέπειτα εποχής που θεμέλιό της ωστόσο μένει η πολύχρονη βυζαντινή εμπειρία: θρησκευτική, ιδεολογική και βιωματική. Απόηχός της ως τις μέρες μας μπορεί να θεωρηθεί η αμφίσημη σχέση των Νεοελλήνων με τη Δύση και με την Ανατολή, πρόβλημα της νεοελληνικής ταυτότητας.
Εκδόσεις: Ελληνικά Γράμματα

Ζακλίν ντε Ρομιγύ “Μαθήματα ελληνικών”

Χωρίς όραση, η 96χρονη γαλλίδα ελληνίστρια Ζακλίν ντε Ρομιγύ εξακολουθεί να γράφει για την επικαιρότητα των αρχαίων ελληνικών, δίνοντάς μας σύντομα μαθήματα γλώσσας.
Σε μια εποχή έντονων ανακατατάξεων η 96χρονη Ζακλίν ντε Ρομιγύ εξακολουθεί να είναι η πιο ζωηρή υπέρμαχος μιας υπόθεσης φαινομενικά χαμένης: της διατήρησης των ελληνικών γραμμάτων στα ευρωπαϊκά σχολεία. Η συγκυρία είναι δύσκολη. Πρώτον, τίθεται το ερώτημα πόσες πιθανότητες έχει η διδασκαλία της ελληνικής γλώσσας να επιζήσει στον καιρό της «ψηφιακής επανάστασης» και της διάδοσης του Διαδικτύου. Και σαν να μην έφτανε αυτό, εδώ και μισό αιώνα σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες πλήττει τις κλασικές σπουδές μια ιδιαιτέρως σοβαρή και επικίνδυνη κρίση. Εκδηλώθηκε αντίδραση στην ιδέα ότι τα αρχαία έργα ήταν ανέκαθεν ανώτερα. Υποστηρίχτηκε η άποψη ότι έχουμε «κατακλυστεί από τα ελληνικά!». Δημιουργήθηκαν έριδες που θα μπορούσαν να συνοψιστούν στον τίτλο «Διαμάχη ανάμεσα στους Αρχαίους και στους Σύγχρονους». Σε αυτόν τον αγώνα η μεγάλη κυρία των ελληνικών γραμμάτων προχωρεί για άλλη μία φορά ένα βήμα μπροστά από την εποχή της. Προβλέπει ότι η κρίση θα είναι σύντομη. Και προκειμένου να μην τρέφει κανείς καμία αμφιβολία ως προς αυτό, αφήνει μία ακόμη παρακαταθήκη στους επιγόνους της με το βιβλίοΜαθήματα ελληνικών(γαλλικός τίτλος:Ρetites lecons sur le grec ancien, δηλαδή Σύντομα μαθήματα αρχαίων ελληνικών ), το οποίο έγραψε το 2008 αμέσως μετά τοΡourquoi la Grece? (Γιατί η Ελλάδα;). Αυτή τη φορά απλώς χρειάστηκε τη συνεργασία της πρώην μαθήτριάς της, επίσης ελληνίστριας, Μονίκ Τρεντέ.
 Η συγγραφέας μάς θυμίζει ότι η εν λόγω διαμάχη δεν είχε τη δύναμη να ανακόψει τη διάδοση των ελληνικών, τα οποία συνέχισαν να διδάσκονται όλο και πιο έντονα όχι μόνο στις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες αλλά και στον Νέο Κόσμο, ενώ ακόμη πολλά έργα της ευρωπαϊκής λογοτεχνίας αντλούν την έμπνευσή τους από την Ελλάδα. Η Ελλάδα, ο μύθοι της, οι ήρωές της εξακολουθούν να είναι «στη μόδα»… Και αυτό δεν είναι διόλου παράξενο. Με βάση τη σύντομη ιστορική αναδρομή της ντε Ρομιγύ σε αυτό το βιβλίο, στο σημείο που μπορεί να νομίσει κανείς ότι όλα τελειώνουν για την ελληνική γλώσσα, εκεί ακριβώς όλα αρχίζουν. «Συνέβη αυτό όταν το Βυζάντιο, τη μόνη ελπίδα που είχε απομείνει για να διατηρηθεί ζωντανή η ελληνική γλώσσα, έπεσε στα χέρια των Τούρκων. Αντί να πεθάνει η ελληνική γλώσσα μετά την κατάληψη της Κωνσταντινούπολης από τους Τούρκους, ήταν ακριβώς τότε που πολλοί Ελληνες της Κωνσταντινούπολης μετανάστευσαν στην Ευρώπη, εκδηλώθηκαν κάποιες προσπάθειες αναβίωσης των ελληνικών στη Φλωρεντία, άρχισε ο Ερασμος στο Ρότερνταμ να προτρέπει ολόκληρη την Ευρώπη να μάθει ελληνικά, ήρθε και η ανακάλυψη της τυπογραφίας το 1440 και συνέβαλε καθοριστικά όχι μόνο στη διάδοση των γραμμάτων και στην κυκλοφορία των γλωσσών, αλλά και στην εξάπλωση της διδασκαλίας των ελληνικών (…). Και αν νιώθουμε ότι μπαίνουμε σε έναν νέο Μεσαίωνα, αν οι μελετητές των αρχαίων γλωσσών, που αρχίζουν να σπανίζουν πλέον στα ευρωπαϊκά πανεπιστήμια, θυμίζουν αναπόφευκτα τους αντιγραφείς του 13ου αιώνα που με τον ζήλο τους κρατούσαν άσβεστη τη φλόγα στα κελιά των μοναστηριών, μπορούμε τουλάχιστον να ελπίζουμε, καθώς όλα οδεύουν πιο γρήγορα σήμερα από ό,τι στο παρελθόν, ότι η κρίση θα είναι σύντομη και θα παρέλθει γρήγορα».
Η Ζακλίν ντε Ρομιγί μοιάζει να έχει υπόψη της την πολύ σύγχρονη φαινομενολογία των προβλέψεων όταν αποφαίνεται στα Μαθήματα ελληνικών: «Οπως και να ΄χει- και για να παραμείνουμε στην εκπληκτική ιστορία μιας εξελικτικής πορείας που μας οδηγεί από τον 15ο αιώνα π.Χ. μέχρι τον 21ο- το σίγουρο είναι πως σαστίζει κανείς μπροστά στη δύναμη με την οποία διαδόθηκε η ελληνική γλώσσα μέσα από τόσες κρίσεις και αναγεννήσεις». Υπάρχει μια σιωπηρή υπόσχεση σε μια διαδικασία φυσιολογικής ανάπτυξης, την οποία εγγυάται η φύση. Πώς εξηγείται όμως το συγκεκριμένο φαινόμενο; Ο πρώτος λόγος που συνέβαλε καταλυτικά στην εξάπλωση της αρχαίας ελληνικής γλώσσας ανά τους αιώνες ήταν η άρρηκτη σχέση η οποία συνέδεσε τη γλώσσα με τη θαυμαστή ακτινοβολία των έργων που γράφηκαν σε αυτήν. Πέρα από το ότι η Ελλάδα επινόησε διαδοχικά όλα σχεδόν τα λογοτεχνικά είδη, σχεδόν όλους τους μύθους και μεγάλο αριθμό σπουδαίων φιλοσοφικών δογμάτων, η ελληνική γλώσσα δεν αποτελεί μόνο μέσο πρόσβασης στα ίδια τα κείμενα. Είναι εξίσου αλήθεια ότι το ποιόν της ελληνικής γλώσσας διαμόρφωσε το ποιόν των έργων. 
Οπως επιχειρεί να δείξει η συγγραφέας σε αυτό το ύστατο εγχειρίδιο ελληνικών με πλήθος παραδειγμάτων, τα λογοτεχνικά έργα επιβλήθηκαν μέσα στους αιώνες ακολουθώντας μια συνεχή ροή από επινοήσεις που επέτρεπαν στη γλώσσα να ανανεώνεται, προσδίδοντάς της μια αίσθηση γλωσσικής έκφρασης η οποία συνδυάζει ακρίβεια και ομορφιά. Εκπλήσσεται κανείς από την ικανότητα της γλώσσας αυτής να εκφράζει τόσες ποιητικές και φιλοσοφικές ανακαλύψεις, σημειώνει η Ρομιγύ. Το πυκνό αισχύλειο ύφος συνοδεύεται από υποβλητικές παρομοιώσεις και επινοήσεις λέξεων σπάνιας τόλμης: «αργυραμοιβός σωμάτων» ήταν ο θεός του πολέμου Αρης, σαν μικροτραπεζίτης που αντάλλασσε τους νεκρούς όπως ανταλλάσσουμε νομίσματα. Η ευρηματικότητα συνεχίζεται όταν αποκαλεί την ωραία Ελένη «πολυλάνωρ», δηλαδή γυναίκα με πολλούς άντρες, ενώ για το όνομά της σχολιάζει ότι Ελένη σημαίνει «ελένας» (από το ελείν και ναυς), «αυτή που ρημάζει τα καράβια» (Καραβοπνίχτρα). Μάλιστα, η ευφάνταστη υβριστική έκφραση του Αριστοφάνη «κρουνοχυτρολήραιον ει»- λέξη που κατασκεύασε ο ποιητής από τον κρουνό (πηγή), τον χύτρο (τσουκάλι) και το ληρέω (μωρολογώ), για να πει «είσαι ανόητος πολυλογάς»- έχει επιβιώσει, κάτι που πιθανότατα γνώριζε η Ρομιγύ αλλά όχι οι αναγνώστες της, παραλλαγμένη ως τις μέρες μας: «είσαι κρασοκανάτας». ΄
Τα πράγματα σοβαρεύουν όταν έχουμε τη δημιουργία λέξεων ή παραγώγων που επιτρέπουν ακριβέστερη νοηματοδότηση σε ιδέες και νοήματα. «Σήμερα είμαστε σε θέση να αποτιμήσουμε το μέγεθος της αθηναϊκής ευρηματικότητας η οποία, ακριβώς στο κατώφλι του 5ου αιώνα π.Χ., δημιούργησε εντελώς συνειδητά τη λέξη «δημοκρατία». Ο όρος επινοήθηκε ταυτόχρονα με το πολιτικό σύστημα που περιέγραφε και που ίδρυσαν τότε οι Αθηναίοι» γράφει η Ρομιγύ. Την ίδια εποχή γίνεται η διάκριση μεταξύ «ηγεμονίας» και «αυτοκρατορίας», δημοκρατίας και δημαγωγίας, ταξινομούνται οι διάφορες μορφές συγκρότησης μιας πολιτείας. «Ολα αυτά εγγράφονται στον 5ο αιώνα, στον αιώνα της αθηναϊκής ακτινοβολίας, αλλά εγγράφονται πλέον και στις οριστικές κατακτήσεις του πνεύματος και της γλώσσας». Η επινόηση λέξεων και ο εμπλουτισμός του λεξιλογίου πήγαιναν μαζί με την εκλέπτυνση της πολιτικής ανάλυσης. Και παρ΄ όλο που η ελληνική θεωρείται σήμερα νεκρή γλώσσα, μια πλειάδα λέξεων που κατασκευάζονται στη Δύση για να προσδιορίσουν νέες πραγματικότητες είναι ελληνικές- το τηλέφωνο, ο φιλοτελισμός, η ψυχανάλυση. Ακόμη και το όνομα Ευρώπη είναι ελληνικό. Ανήκει στην πριγκίπισσα που ερωτεύεται ο Δίας όταν τη βλέπει να παίζει με τις φίλες της στην παραλία της Σιδώνας. «Είτε μιλάμε για γλώσσα είτε για λογοτεχνία ή για τέχνη, η ελληνική κληρονομιά δεν είναι απλώς μια κληρονομιά κοινή σε όλους τους λαούς της Ευρώπης» καταλήγει η Ρομιγύ. «Είναι ο αρχικός πυρήνας, η “μαγιά” θα λέγαμε της Ευρώπης». Και ακόμη παραπέρα: με τρόπο σταθερό και επίμονο, μέσα από την αρχαία τραγωδία ή την πολιτική επιστήμη, τη μυθολογία ή την ιστορία, το ελληνικό πνεύμα επικεντρώθηκε στην «ανθρώπινη κατάσταση» και όχι στις ιδιαιτερότητες του «ιδιωτεύοντος» ανθρώπου.
«Είναι σίγουρο ότι οι Ελληνες και βίαιοι ήταν, και πολέμους, ακόμα και εμφύλιους, έκαναν. Αυτά είναι τα γεγονότα. Αλλά, όμως, υπάρχουν και τα κείμενα. Κι αυτά εκφράζουν ομόθυμα την άποψη ότι είναι φοβερό να ζει κανείς μέσα στη βία, ότι πρέπει να την ελαττώσουν και να τη σταματήσουν. Ολα τα αρχαία ελληνικά κείμενα που μας έχουν παραδοθεί καταδικάζουν τον πόλεμο με τέτοια δύναμη που παραμένουν μέχρι σήμερα πρότυπα» είπε η αδιαφιλονίκητη μεγάλη κυρία των ελληνικών σπουδών σε παλαιότερη συνέντευξή της στο περιοδικό «Le Ρoint». Για αυτόν τον λόγο έμαθε ελληνικά ο Λουκιανός από τα Σαμόσατα της Συρίας τον 2ο αιώνα μ.Χ., και έγινε τόσο διάσημος συγγραφέας που ενέπνευσε τον Ερασμο στο Ρότερνταμ, τον 15ο αιώνα, ο οποίος βοηθάει τώρα με τη σειρά του τους νεαρούς απογόνους των Γαλατών χιλιόμετρα μακριά από την πατρίδα του να ανακαλύψουν την ελληνική γλώσσα. Κατά τη Ζακλίν ντε Ρομιγύ, η κρίση της εποχής μας αφορά ουσιαστικά στην πραγματικότητα την οργάνωση της εκπαίδευσης διότι, κατά γενική ομολογία, τα ελληνικά απολαμβάνουν την εύνοια των περισσοτέρων μας.
Εκδόσεις Ωκεανίδα
(Πηγή: Το Βήμα)