• Photos from Greece

    Events of Press Office

    Click to go to Events of Press Offce site















  • Advertisements

“Λεωφορείον ο Πόθος” σε σκηνοθεσία Κριστόφ Βαρλικόφσκι στην Αθήνα

Τον Κριστόφ Βαρλικόφσκι τον γνωρίσαμε το 2008 όταν πήρε στη Θεσσαλονίκη το βραβείο «Νέες Θεατρικές Πραγματικότητες» (στη 2η διοργάνωση των Ευρωπαϊκών Βραβείων Θεάτρου) και παρουσίασε το «Καθαροί πια» της Σάρα Κέιν.
Ακολούθησε λίγους μήνες μετά η, ενταγμένη στο Φεστιβάλ Αθηνών, παράστασή του με το «Krum» του Χ. Λεβίν. Ξέραμε όμως ήδη ότι η Ευρώπη κατατάσσει τον Πολωνό σκηνοθέτη στις ισχυρές, ελπιδοφόρες και πρωτοποριακές δυνάμεις του θέατρου της.
Οσο τον περιμένουμε ξανά φέτος τον Ιούλιο (2-5) στην «Πειραιώς 260», με την πολυσυζητημένη εκδοχή του για το «Λεωφορείον ο Πόθος» του Τ. Ουίλιαμς, με Μπλανς την Ιζαμπέλ Ιπέρ, επιβεβαιώνουμε μέσω του γαλλικού Τύπου και τη «δίδυμη» ιδιότητα ενός διακεκριμένου σκηνοθέτη του λυρικού θέατρου.
Στο Theatre de la Monnaie των Βρυξελλών παρουσιάζεται μέχρι τις 30 του μηνός ο «Μάκβεθ» του Βέρντι, σε δική του σκηνοθεσία, με τον Αμερικανό βαρύτονο Σκοτ Χέντριξ να αναμετράται για πρώτη φορά με τον ρόλο του σεξπιρικού ήρωα, Λαίδη Μάκβεθ τη Γεωργιανή σοπράνο Ιάνο Ταμάρ σε εναλλάξ διανομή με την Αμερικανοολλανδέζα Λίζα Ούμπεν και αρχιμουσικό τον Πολ Ντανιέλ. Και στην παρισινή Οπερα μόλις ολοκλήρωσε τον κύκλο της η, επίσης δικής του σκηνοθεσίας, όπερα του Βάγκνερ «Πάρσιφαλ».
Είναι τα πιο πρόσφατα λυρικά εγχειρήματα του 48χρονου σκηνοθέτη που καταμετρά πολλές συνεργασίες με την Οπερα της Βαρσοβίας («Ντον Κάρλος» του Βέρντι, «Ο Αδαής κι ο τρελός» του Πολωνού συνθέτη Πάουελ Μικιέτιν, «Βασιλιάς Ιμπί» του Πεντερέτσκι, «Βόιτσεκ» του Μπεργκ), με την Οπερα των Παρισίων («Ιφιγένεια εν Ταύροις» του Γκλουκ, «Υπόθεση Μακρόπουλος» του Γιάνατσεκ και «Πάρσιφαλ» του Βάγκνερ), με τη Staatsoper του Μονάχου («Ευγένιος Ονιέγκιν» του Τσαϊκόφσκι) και με το Τεάτρο Ρεάλ της Μαδρίτης («Υπόθεση Μακρόπουλος»). Αλλά και στο Monnaie έχει προηγηθεί η εμβληματική του σκηνοθεσία για τη «Μήδεια» του Κερουμπίνι το 2008, όταν ήδη οι προτάσεις του για τα έργα του Γκλουκ και του Τσαϊκόφσκι στο Παρίσι και το Μόναχο είχαν συμβάλει ώστε στη φήμη του σπουδαίου θεατρικού σκηνοθέτη να προστεθεί κι αυτή ενός από τους πιο καίριους κι ενδιαφέροντες σκηνοθέτες του λυρικού θεάτρου.
Η ρηξικέλευθη γραφή του Βαρλικόφσκι είναι ευδιάκριτη κι εδώ. Το ίδιο και οι αναγνωρίσιμες «εμμονές» του, όπως τουλάχιστον φαίνεται κι από το δημοσίευμα της «Monde» για τον «Μάκβεθ». «Στις Βρυξέλλες, ο Βαρλικόφσκι», διαβεβαιώνει η εφημερίδα, «συνεχίζει να καλλιεργεί με χαρά ό,τι του καταλογίζουν: αφθονία εικόνων κινηματογραφημένων με αμεσότητα και κινηματογραφικών αναφορών που προβάλλονται σε βιντεο-οθόνες στο βάθος της σκηνής. Τραβεστί. Ημίγυμνοι ηθοποιοί. Αντισυμβατικά για την εποχή που διαδραματίζεται η ιστορία κοστούμια με στοιχεία αρτ ντεκό. Λαβαμπό, ένα φετίχ του Πολωνού…». Σ’ ένα λαβαμπό, που παραπέμπει σε ένα είδος βωμού, πλένει τα αιματοβαμμένα χέρια του ο Μάκβεθ.
Κι άλλες καινοτομίες επιφυλάσσει η ματιά του Πολωνού. Το δάσος στο οποίο ο Μάκβεθ συναντά τις μάγισσες γίνεται ένα ψυχρό νοσοκομείο με τοίχους καλυμμένους από τεράστιες οθόνες. Αναλόγως συμβολικές είναι η έναρξη και η λήξη της παράστασης. Προτού ακόμα να σηκωθεί η αυλαία κάποιος ακούγεται να διαβάζει την πραγματική επιστολή που είχε στείλει στη γυναίκα του ένας στρατιώτης στο Βιετνάμ. Η ίδια επιστολή ξανακούγεται στη διάρκεια της όπερας, όσο τα έγχορδα παίζουν σαν ξεκούρδιστα, λίγο προτού η Λαίδη Μάκβεθ πει την πρώτη της λέξη.
Αντίστοιχα η τελευταία πράξη, χαρακτηριστική «του Βαρλικόφσκι, ποιητή της τέχνης των ωραίων διαφυγών», κατά τη «Μοντ», εκτελείται από δύο ωραίους νέους ημίγυμνους άνδρες που χορεύουν σφιχταγκαλιασμένοι μέχρι να πνιγούν από ασφυξία κάτω από ένα πλαστικό κάλυμμα.
Η «Monde» δεν κρύβει ούτε την αμηχανία ούτε το ενδιαφέρον της για τη «σπείρα της έξοχης τρέλας» του Βαρλικόφσκι. Μακάρι λοιπόν να δούμε κι εμαείς προσεχώς στο Φεστιβάλ κι αυτή τη σκηνοθετική του πλευρά.
(Ελευθεροτυπία, 16/6/2010)

Advertisements

Papandreou in “Le Monde”

French daily “Le Monde” portrays George Papandreou in an article (‘L’ homme qui fait trembler l’euro’, February 5) describing Greece’s current affairs and Papandreou’s personal and political career over the years:
“Le monde le regarde. Le destin de l’euro tient à lui. Elu depuis tout juste quatre mois, le premier ministre grec est le point de mire des dirigeants et des marchés de la planète, pressé de questions affolées sur la situation dont il a hérité : un pays au bord de la faillite, discrédité sur les marchés, exposé à la spéculation, étranglé par une dette et un déficit public colossaux, un Etat dysfonctionnel, un système de fraude généralisé.
Le raffinement est son arme. Costume bleu marine, chemise blanche, cravate délicatement violette, Georges Papandréou a la silhouette longue et distinguée, la moustache taillée au millimètre, la politesse souriante, l’anglais parfait du brillant élève passé par Harvard et la London School of Economics, la graisse évanouie dans des heures quotidiennes de fitness et de cyclisme à haute dose. Si peu balkanique, si différent.
Devenir premier ministre n’était pas sa vocation, lui qui, à la fin des années 1960, étudiait la sociologie aux Etats-Unis et manifestait, cheveux longs et guitare rock en bandoulière, contre la guerre du Vietnam. “Si la Grèce avait été à l’époque un pays normal, dit-il dans son bureau à Athènes, je ne serais pas entré en politique.”
Son nom a fini par le rattraper. Celui de son grand-père, Georges Papandréou, trois fois premier ministre, centriste, figure mythique de la politique des années 1960. Celui de son père, Andréas Papandréou, ministre et économiste renommé, fondateur du Pasok (parti socialiste grec), et premier ministre dans les années 1980. Quant à lui, ce rêveur affable et modeste que l’on appellera longtemps Yorgakis (petit Georges), personne n’imaginait qu’il dirigerait le pays à son tour, dernier-né de l’une des trois dynasties familiales qui, avec les Caramanlis et les Mitsotakis, se partagent le pouvoir en Grèce depuis l’après-guerre.
Il a 14 ans ce 21 avril 1967. Le coup d’Etat des colonels, prélude à la dictature qui durera sept ans, vient d’avoir lieu. Les militaires viennent chercher son père, Andréas, caché sur le toit de la maison. L’un d’eux lui colle sa mitraillette sur la tempe. “Où est-il ?” L’enfant ne répond pas. La mitraillette frémit. Andréas se rend. Pour lui, c’est la prison. Puis, pour toute la famille, l’exil.
Georges Papandréou vient d’ailleurs. Avant la guerre, son père Andréas, déjà forcé à quitter la Grèce pour des raisons liées à ses activités trotskistes, était devenu citoyen américain, avait enseigné l’économie à l’université de Berkeley, puis en Suède et au Canada. Georges a une mère américaine, est né au Minnesota, a grandi en Californie et étudié dans l’Illinois, à Londres, à Stockholm. Il parle à quasi-égalité l’anglais, le grec et le suédois.
A son retour en Grèce, en 1974, la dictature abolie, il découvre un pays où tout est à réinventer. Et une élite forcée comme lui à l’exil, revenue “avec des idées nouvelles, la capacité de comparer, de tirer réflexion des contrastes.”
Etre différent, c’est son atout. “L’étranger” est un drôle de zèbre, mélange de “libéral” à l’américaine et de social-démocrate suédois, défenseur des libertés individuelles, de l’Etat-providence, de l’environnement, du progrès technique. Théodoros Pangalos, vice-premier ministre, s’amuse à rappeler ces années 1990 où Georges était ministre dans le gouvernement de son père, Andréas Papandréou : “En réunion, Georges prenait des notes sur un ordinateur portable. Nous, nous avions nos feuilles et nos crayons. On se donnait des coups de coude : “Regarde, le petit Georges joue, il n’a toujours pas grandi !”. En fait, comme toujours, il avait plusieurs longueurs d’avance…”
Au sein de la dynastie Papandréou aussi, il fait la différence. Après Georges “l’ancien”, le centriste anticommuniste, après Andréas le tempétueux tribun socialiste aux accents nationalistes, Yorgakis, président de l’Internationale socialiste depuis 2006, conquiert les Grecs par un agenda progressiste inhabituel. Il est hostile au blairisme, croit en la primauté de la politique sur le marché, préconise une société ouverte et multiculturelle, une économie tournée vers la valeur ajoutée et la croissance verte. “Je suis fier de porter mon nom mais je gouvernerai à ma façon. Comme Sinatra, je pourrai dire : “I did it my way”.”
Son style politique, il l’a déjà esquissé. Ministre de l’éducation, en 1988, il s’affronte au conservatisme ambiant et à la puissance de l’Eglise orthodoxe en défendant les droits des homosexuels. Ministre des affaires étrangères très estimé, en 1999, il milite en faveur de l’Europe et tempère l’anti-américanisme, sport national en Grèce. Il établit des conditions de dialogue avec la soeur ennemie, la Turquie, soutient la candidature de celle-ci à l’Union européenne (UE), contribue à l’intégration de Chypre dans l’UE.
“Yorgakis sait écouter, il ne fait pas l’intelligent, il prend calmement des décisions audacieuses. Il nous change de ce théâtre balkanique dont nous sommes tous fatigués”, témoigne l’un de ses anciens collègues au gouvernement, Nikos Dimadis. “La Grèce a plus que jamais besoin d’un dirigeant différent, citoyen du monde, qui a sur son pays une pensée globale”, analyse l’éditorialiste de centre droit, Georges Kirtsos.
Depuis quatre mois, Georges Papandréou est parti en guerre contre un Etat pléthorique, contre la corruption et l’économie parallèle. La droite l’accuse déjà d’immobilisme. Des mouvements sociaux se préparent contre les mesures d’austérité annoncées.
Certains le craignent plus visionnaire que pragmatique, plus théoricien que politique. Mais la Grèce n’a plus le choix, la zone euro non plus. Le petit Georges est peut-être la dernière chance. Lui-même en a fait un slogan : “Nous devons changer, ou sombrer.””
(
LeMonde.fr)

Ζακλίν ντε Ρομιγύ “Μαθήματα ελληνικών”

Χωρίς όραση, η 96χρονη γαλλίδα ελληνίστρια Ζακλίν ντε Ρομιγύ εξακολουθεί να γράφει για την επικαιρότητα των αρχαίων ελληνικών, δίνοντάς μας σύντομα μαθήματα γλώσσας.
Σε μια εποχή έντονων ανακατατάξεων η 96χρονη Ζακλίν ντε Ρομιγύ εξακολουθεί να είναι η πιο ζωηρή υπέρμαχος μιας υπόθεσης φαινομενικά χαμένης: της διατήρησης των ελληνικών γραμμάτων στα ευρωπαϊκά σχολεία. Η συγκυρία είναι δύσκολη. Πρώτον, τίθεται το ερώτημα πόσες πιθανότητες έχει η διδασκαλία της ελληνικής γλώσσας να επιζήσει στον καιρό της «ψηφιακής επανάστασης» και της διάδοσης του Διαδικτύου. Και σαν να μην έφτανε αυτό, εδώ και μισό αιώνα σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες πλήττει τις κλασικές σπουδές μια ιδιαιτέρως σοβαρή και επικίνδυνη κρίση. Εκδηλώθηκε αντίδραση στην ιδέα ότι τα αρχαία έργα ήταν ανέκαθεν ανώτερα. Υποστηρίχτηκε η άποψη ότι έχουμε «κατακλυστεί από τα ελληνικά!». Δημιουργήθηκαν έριδες που θα μπορούσαν να συνοψιστούν στον τίτλο «Διαμάχη ανάμεσα στους Αρχαίους και στους Σύγχρονους». Σε αυτόν τον αγώνα η μεγάλη κυρία των ελληνικών γραμμάτων προχωρεί για άλλη μία φορά ένα βήμα μπροστά από την εποχή της. Προβλέπει ότι η κρίση θα είναι σύντομη. Και προκειμένου να μην τρέφει κανείς καμία αμφιβολία ως προς αυτό, αφήνει μία ακόμη παρακαταθήκη στους επιγόνους της με το βιβλίοΜαθήματα ελληνικών(γαλλικός τίτλος:Ρetites lecons sur le grec ancien, δηλαδή Σύντομα μαθήματα αρχαίων ελληνικών ), το οποίο έγραψε το 2008 αμέσως μετά τοΡourquoi la Grece? (Γιατί η Ελλάδα;). Αυτή τη φορά απλώς χρειάστηκε τη συνεργασία της πρώην μαθήτριάς της, επίσης ελληνίστριας, Μονίκ Τρεντέ.
 Η συγγραφέας μάς θυμίζει ότι η εν λόγω διαμάχη δεν είχε τη δύναμη να ανακόψει τη διάδοση των ελληνικών, τα οποία συνέχισαν να διδάσκονται όλο και πιο έντονα όχι μόνο στις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες αλλά και στον Νέο Κόσμο, ενώ ακόμη πολλά έργα της ευρωπαϊκής λογοτεχνίας αντλούν την έμπνευσή τους από την Ελλάδα. Η Ελλάδα, ο μύθοι της, οι ήρωές της εξακολουθούν να είναι «στη μόδα»… Και αυτό δεν είναι διόλου παράξενο. Με βάση τη σύντομη ιστορική αναδρομή της ντε Ρομιγύ σε αυτό το βιβλίο, στο σημείο που μπορεί να νομίσει κανείς ότι όλα τελειώνουν για την ελληνική γλώσσα, εκεί ακριβώς όλα αρχίζουν. «Συνέβη αυτό όταν το Βυζάντιο, τη μόνη ελπίδα που είχε απομείνει για να διατηρηθεί ζωντανή η ελληνική γλώσσα, έπεσε στα χέρια των Τούρκων. Αντί να πεθάνει η ελληνική γλώσσα μετά την κατάληψη της Κωνσταντινούπολης από τους Τούρκους, ήταν ακριβώς τότε που πολλοί Ελληνες της Κωνσταντινούπολης μετανάστευσαν στην Ευρώπη, εκδηλώθηκαν κάποιες προσπάθειες αναβίωσης των ελληνικών στη Φλωρεντία, άρχισε ο Ερασμος στο Ρότερνταμ να προτρέπει ολόκληρη την Ευρώπη να μάθει ελληνικά, ήρθε και η ανακάλυψη της τυπογραφίας το 1440 και συνέβαλε καθοριστικά όχι μόνο στη διάδοση των γραμμάτων και στην κυκλοφορία των γλωσσών, αλλά και στην εξάπλωση της διδασκαλίας των ελληνικών (…). Και αν νιώθουμε ότι μπαίνουμε σε έναν νέο Μεσαίωνα, αν οι μελετητές των αρχαίων γλωσσών, που αρχίζουν να σπανίζουν πλέον στα ευρωπαϊκά πανεπιστήμια, θυμίζουν αναπόφευκτα τους αντιγραφείς του 13ου αιώνα που με τον ζήλο τους κρατούσαν άσβεστη τη φλόγα στα κελιά των μοναστηριών, μπορούμε τουλάχιστον να ελπίζουμε, καθώς όλα οδεύουν πιο γρήγορα σήμερα από ό,τι στο παρελθόν, ότι η κρίση θα είναι σύντομη και θα παρέλθει γρήγορα».
Η Ζακλίν ντε Ρομιγί μοιάζει να έχει υπόψη της την πολύ σύγχρονη φαινομενολογία των προβλέψεων όταν αποφαίνεται στα Μαθήματα ελληνικών: «Οπως και να ΄χει- και για να παραμείνουμε στην εκπληκτική ιστορία μιας εξελικτικής πορείας που μας οδηγεί από τον 15ο αιώνα π.Χ. μέχρι τον 21ο- το σίγουρο είναι πως σαστίζει κανείς μπροστά στη δύναμη με την οποία διαδόθηκε η ελληνική γλώσσα μέσα από τόσες κρίσεις και αναγεννήσεις». Υπάρχει μια σιωπηρή υπόσχεση σε μια διαδικασία φυσιολογικής ανάπτυξης, την οποία εγγυάται η φύση. Πώς εξηγείται όμως το συγκεκριμένο φαινόμενο; Ο πρώτος λόγος που συνέβαλε καταλυτικά στην εξάπλωση της αρχαίας ελληνικής γλώσσας ανά τους αιώνες ήταν η άρρηκτη σχέση η οποία συνέδεσε τη γλώσσα με τη θαυμαστή ακτινοβολία των έργων που γράφηκαν σε αυτήν. Πέρα από το ότι η Ελλάδα επινόησε διαδοχικά όλα σχεδόν τα λογοτεχνικά είδη, σχεδόν όλους τους μύθους και μεγάλο αριθμό σπουδαίων φιλοσοφικών δογμάτων, η ελληνική γλώσσα δεν αποτελεί μόνο μέσο πρόσβασης στα ίδια τα κείμενα. Είναι εξίσου αλήθεια ότι το ποιόν της ελληνικής γλώσσας διαμόρφωσε το ποιόν των έργων. 
Οπως επιχειρεί να δείξει η συγγραφέας σε αυτό το ύστατο εγχειρίδιο ελληνικών με πλήθος παραδειγμάτων, τα λογοτεχνικά έργα επιβλήθηκαν μέσα στους αιώνες ακολουθώντας μια συνεχή ροή από επινοήσεις που επέτρεπαν στη γλώσσα να ανανεώνεται, προσδίδοντάς της μια αίσθηση γλωσσικής έκφρασης η οποία συνδυάζει ακρίβεια και ομορφιά. Εκπλήσσεται κανείς από την ικανότητα της γλώσσας αυτής να εκφράζει τόσες ποιητικές και φιλοσοφικές ανακαλύψεις, σημειώνει η Ρομιγύ. Το πυκνό αισχύλειο ύφος συνοδεύεται από υποβλητικές παρομοιώσεις και επινοήσεις λέξεων σπάνιας τόλμης: «αργυραμοιβός σωμάτων» ήταν ο θεός του πολέμου Αρης, σαν μικροτραπεζίτης που αντάλλασσε τους νεκρούς όπως ανταλλάσσουμε νομίσματα. Η ευρηματικότητα συνεχίζεται όταν αποκαλεί την ωραία Ελένη «πολυλάνωρ», δηλαδή γυναίκα με πολλούς άντρες, ενώ για το όνομά της σχολιάζει ότι Ελένη σημαίνει «ελένας» (από το ελείν και ναυς), «αυτή που ρημάζει τα καράβια» (Καραβοπνίχτρα). Μάλιστα, η ευφάνταστη υβριστική έκφραση του Αριστοφάνη «κρουνοχυτρολήραιον ει»- λέξη που κατασκεύασε ο ποιητής από τον κρουνό (πηγή), τον χύτρο (τσουκάλι) και το ληρέω (μωρολογώ), για να πει «είσαι ανόητος πολυλογάς»- έχει επιβιώσει, κάτι που πιθανότατα γνώριζε η Ρομιγύ αλλά όχι οι αναγνώστες της, παραλλαγμένη ως τις μέρες μας: «είσαι κρασοκανάτας». ΄
Τα πράγματα σοβαρεύουν όταν έχουμε τη δημιουργία λέξεων ή παραγώγων που επιτρέπουν ακριβέστερη νοηματοδότηση σε ιδέες και νοήματα. «Σήμερα είμαστε σε θέση να αποτιμήσουμε το μέγεθος της αθηναϊκής ευρηματικότητας η οποία, ακριβώς στο κατώφλι του 5ου αιώνα π.Χ., δημιούργησε εντελώς συνειδητά τη λέξη «δημοκρατία». Ο όρος επινοήθηκε ταυτόχρονα με το πολιτικό σύστημα που περιέγραφε και που ίδρυσαν τότε οι Αθηναίοι» γράφει η Ρομιγύ. Την ίδια εποχή γίνεται η διάκριση μεταξύ «ηγεμονίας» και «αυτοκρατορίας», δημοκρατίας και δημαγωγίας, ταξινομούνται οι διάφορες μορφές συγκρότησης μιας πολιτείας. «Ολα αυτά εγγράφονται στον 5ο αιώνα, στον αιώνα της αθηναϊκής ακτινοβολίας, αλλά εγγράφονται πλέον και στις οριστικές κατακτήσεις του πνεύματος και της γλώσσας». Η επινόηση λέξεων και ο εμπλουτισμός του λεξιλογίου πήγαιναν μαζί με την εκλέπτυνση της πολιτικής ανάλυσης. Και παρ΄ όλο που η ελληνική θεωρείται σήμερα νεκρή γλώσσα, μια πλειάδα λέξεων που κατασκευάζονται στη Δύση για να προσδιορίσουν νέες πραγματικότητες είναι ελληνικές- το τηλέφωνο, ο φιλοτελισμός, η ψυχανάλυση. Ακόμη και το όνομα Ευρώπη είναι ελληνικό. Ανήκει στην πριγκίπισσα που ερωτεύεται ο Δίας όταν τη βλέπει να παίζει με τις φίλες της στην παραλία της Σιδώνας. «Είτε μιλάμε για γλώσσα είτε για λογοτεχνία ή για τέχνη, η ελληνική κληρονομιά δεν είναι απλώς μια κληρονομιά κοινή σε όλους τους λαούς της Ευρώπης» καταλήγει η Ρομιγύ. «Είναι ο αρχικός πυρήνας, η “μαγιά” θα λέγαμε της Ευρώπης». Και ακόμη παραπέρα: με τρόπο σταθερό και επίμονο, μέσα από την αρχαία τραγωδία ή την πολιτική επιστήμη, τη μυθολογία ή την ιστορία, το ελληνικό πνεύμα επικεντρώθηκε στην «ανθρώπινη κατάσταση» και όχι στις ιδιαιτερότητες του «ιδιωτεύοντος» ανθρώπου.
«Είναι σίγουρο ότι οι Ελληνες και βίαιοι ήταν, και πολέμους, ακόμα και εμφύλιους, έκαναν. Αυτά είναι τα γεγονότα. Αλλά, όμως, υπάρχουν και τα κείμενα. Κι αυτά εκφράζουν ομόθυμα την άποψη ότι είναι φοβερό να ζει κανείς μέσα στη βία, ότι πρέπει να την ελαττώσουν και να τη σταματήσουν. Ολα τα αρχαία ελληνικά κείμενα που μας έχουν παραδοθεί καταδικάζουν τον πόλεμο με τέτοια δύναμη που παραμένουν μέχρι σήμερα πρότυπα» είπε η αδιαφιλονίκητη μεγάλη κυρία των ελληνικών σπουδών σε παλαιότερη συνέντευξή της στο περιοδικό «Le Ρoint». Για αυτόν τον λόγο έμαθε ελληνικά ο Λουκιανός από τα Σαμόσατα της Συρίας τον 2ο αιώνα μ.Χ., και έγινε τόσο διάσημος συγγραφέας που ενέπνευσε τον Ερασμο στο Ρότερνταμ, τον 15ο αιώνα, ο οποίος βοηθάει τώρα με τη σειρά του τους νεαρούς απογόνους των Γαλατών χιλιόμετρα μακριά από την πατρίδα του να ανακαλύψουν την ελληνική γλώσσα. Κατά τη Ζακλίν ντε Ρομιγύ, η κρίση της εποχής μας αφορά ουσιαστικά στην πραγματικότητα την οργάνωση της εκπαίδευσης διότι, κατά γενική ομολογία, τα ελληνικά απολαμβάνουν την εύνοια των περισσοτέρων μας.
Εκδόσεις Ωκεανίδα
(Πηγή: Το Βήμα)